Τα ταξίδια #1

93815a19-7f11-4fe5-944b-0efc5c5aaa6c

«Όσοι λένε ότι το μόνο πράγμα για το οποίο πληρώνεις και σε κάνει πλουσιότερο είναι τα ταξίδια, έχουν δίκιο. Εμείς πάντα πληρώναμε για τα ταξίδια μας. Και δεν μιλάω απαραίτητα γι αυτά που είναι με αεροπλάνα και με πλοία, σε ξενοδοχεία σε ξένα τοπία μαγευτικά και σε χώρες που ο ήλιος δύει στην ανατολή. Αλλά κυρίως για τα άλλα, τα εσωτερικά, τα μεγάλα. Αυτά που τα κάνεις με τους δικούς σου ανθρώπους. Αυτά που σε μαθαίνουν να βουτάς στις ψυχές τους. Και το κόστος αγόρι μου ήταν πάντα μεγάλο. Αλλά ξέρεις κάτι; Και αυτά που αποκομίσαμε ήταν πολλά. Απείρως περισσότερα. Γίναμε όντως πλούσιοι.» Για κάμποση ώρα μονολογούσε ακούραστα φιλοσοφώντας και πίνοντας λίγο-λίγο από τον καφέ που είχε μπροστά του. Με κόκκινο ριγέ πουκάμισο και μπλε τζιν δεν διέφερε και πολύ από όλους τους άλλους στο μαγαζί κι ας ήταν αυτός που το σκέφτηκε και μετά πολλών κόπων το έστησε. Και εκείνες τις ημέρες, βλέποντάς το μπροστά του να παίρνει σάρκα και οστά όπως το είχε φανταστεί, μπορούσε να αράξει λίγο πίσω και να χαλαρώσει. Όπως ο οδηγός στο τιμόνι του αυτοκινήτου του, όταν πιάνει ευθεία.

# Όλα κάπως αρχίζουν.

6122803058_ef13e97346_b
Κάποια χρόνια πριν, λίγα ή πολλά, όλοι μας, εσύ, εγώ, τα παιδιά εκεί στο τραπέζι, η κυρία που χάνεται μέσα στο άλσος με τον σκύλο της, ο παππούς που ταΐζει τα περιστέρια στην γωνία και κοιτάζει καχύποπτα πίσω του, η γυναίκα στο απέναντι περίπτερο, όλοι μας ζήσαμε τα λευκά χρόνια της άσκοπης περιπλάνησης, της ανεμελιάς και της νοσταλγίας εκείνου που ακόμα δεν είχαμε ζήσει. Τα θυμάμαι. Με τέτοιο πλεόνασμα ψυχής –όχι ότι τώρα δεν έχουμε, απλά τώρα το μετράμε αλλιώς- ξοδεύαμε άκοπα τις χάρες μας και πάντα υπήρχε περίσσευμα και για το αύριο. Τα θυμάμαι που λες. Θυμάμαι τις ατελείωτες ώρες επάνω στα πεζούλια, στα παγκάκια, στις καφετέριες. Ταξίδια ατελείωτα με το μυαλό και με τις λέξεις σε χαρές και σε λύπες. Και ποιος δεν θα ήθελε να τα ξαναζήσει; Ιστορίες με τα παιδικά μας χρόνια να φωτίζονται ξανά, τις εφηβικές μας ανεμώλιες που είπε ο Όμηρος και μας θύμησε ο Ζουργός, τα λόγια του αέρα, τα ξέγνοιαστα, μέσα σε ένα λεωφορείο που θα σπινιάρει πάνω στην μουσική των παιδικών μας αποδράσεων. Αλλά και των άλλων. Των ενήλικων. Των μικρών και των μεγάλων.

#1

 

 

 

Advertisements

Το μπαλκόνι

IMG_1716-001Το σκηνικό είχε ως εξής: τετράγωνο μπαλκόνι στο μέγεθος υπνοδωματίου, μια τέντα από πάνω αντί για σκεπή, τραπέζι και καρέκλες φερ φορζέ σε χρώμα πράσινο ιριδίζον -ναι από εκείνες που έντυναν τις αυλές και τις βεράντες τις ελληνικής κοινωνίας στα 70’s- αρκετές γλάστρες ολόγυρα διαφόρων μεγεθών, ένα ξύλινο μπαούλο από την μία πλευρά του τραπεζιού, ένα παγκάκι από την άλλη ακουμπισμένο στον τοίχο και ένα πλαστικό σπιτάκι σκύλου κάπου εκεί γύρω. Και ποίος δεν θα ήθελε να κάθεται σ’αυτό το μπαλκόνι; Οι παριστάμενοι, όχι τόσο θαμώνες όσο καλοί φίλοι έριχναν τις κουβέντες τους σαν ψιλόβροχο πάνω στο μουσικό χαλί που πλεκόταν από κόμπους της νεότερης λαϊκής παράδοσης, της περιόδου εκείνης που μιλάει για καταστάσεις λίγο απαγορευμένες και λίγο δύσκολες και που σήμερα τις ξαναζούμε μέσα όμως από ένα κάδρο ασφάλειας και ηρεμίας. «Έλα βάλε λίγο ακόμα, μην τσιγκουνεύεσαι» η μόνη γυναικεία φωνή της παρέας, αυτή της Μαίρης, σε τόνο θεατράλε, που μπορεί και να μην τον καταλάβαινε η ίδια αλλά στα αυτιά των υπολοίπων έτσι ηχούσε, έδωσε εντολή προτείνοντας το άδειο ποτήρι της. «Αμάν, μας έπρηξες.. δεν είναι νερό, κρασί είναι!» και χαμογελώντας ο Άλκης, έγειρε το γεμάτο κρασί μπουκάλι πάνω από το ανήσυχο στόμιο του ποτηριού. Ο Άλκης ιδιοκτήτης του σπιτιού, λίγο πριν τα 30, καθόταν στο ακουμπισμένο στον τοίχο παγκάκι με το δεξί του χέρι προτεταμένο επάνω στο ξανθό κοντό τρίχωμα της σκυλίτσας που κείτοταν ακριβώς δίπλα του πάνω σε ένα κόκκινο -μάλλον- μαξιλάρι, καταλαμβάνοντας κουλουριασμένη και ισχνή την δεξιά αυτού θέση.  Όλοι ξέραμε τι έχει η Λιδα. Είχε συζητηθεί πολλές φορές και μεταξύ μας και δημόσια, αφού και ο Άλκης δεν άφηνε κανενα περιθώριο να σκεφτεί κάποιος πως δεν την φρόντιζε και δεν τον ενδιέφερε. Το αντίθετο μάλλον. Μάλιστα, είχε σχολιαστεί πολλές φορές το πόσο πολύ είχε δεθεί μαζί της, παρά το γεγονός πως δεν την είχε και τίποτα χρόνια στο πλάι του αλλά μόνο μερικούς μήνες. Ήταν πολύ χαρούμενος για το σκυλάκι του όπως και για το ότι ειχε κανει και αυτό το μεγάλο βήμα να μένει μόνος του. Ο συνδυασμός δε με το οτι είχε υπό την προστασία του κι ένα κατοικίδιο, του έδινε διπλό αίσθημα ευθύνης αφου πολλοί λένε ότι είναι σαν έχεις ενα παιδί, τόσο μεγάλο πραγμα.

Ο Βάγγος στην απέναντι ακριβώς άκρη, με φωνή σε τόνο μείζονα χαρούμενο, αλλά λίγο πειραχτική και απότομη, τίναξε το χέρι του στον Γιάγκο που καθόταν απέναντί του κρατώντας την κιθάρα, απαιτώντας του πάλι να κουρδίσει, χωρίς να φοβάται πως θα παρεξηγηθεί αφού οι δύο τους ήταν φίλοι λίγο παραπάνω από το κανονικό, κι αυτό γιατί έτσι γίνεται με τους ανθρώπους που μετράνε σχεδόν δύο -ίσως και παραπάνω- δεκαετίες παρέας. Τύπος λιγομίλητος, με μεγάλη δόση πνεύματος και χιούμορ στα λεγόμενά του, καλλιτεχνική μορφή με μαλλί φουντωτό και απεριποίητο, ίδιο με το μούσι του και τα ρούχα του αλλά καθόλου με την συμπεριφορά του, πάλευε με το μπουζούκι να βρει τον ρυθμό του Γιάγκου, όχι τόσο γιατί έφταιγε ο ίδιος αλλά όσο γιατί ο φίλος του είχε απορροφηθεί εντελώς από τις μελωδίες του Μπαϊρακτάρη, των κουτσαβάκιδων και της φαλτσέτας, και δεν τον ενδιέφερε και πολύ τι γινόταν γύρω του εκείνη την ώρα. Το φοβερό, βέβαια, ήταν στο πως κάθε φορά αφου έπαιζαν τις δύο πρώτες συγχορδίες κι αφού ο καθένας είχε το δικό του χαβά, σταματούσαν, ο Βάγγος -υποτίθεται νευριασμένος- μετρούσε σε έναν δικό του ρυθμό και χωρις να κοιταχτούνε άρχιζαν και οι δύο να παίζουν απόλυτα συγχρονισμένα σε ένα άλλο ρυθμό, τρίτο, καμία σχέση με τους προηγούμενους. Και έπαιζαν πραγματικά ωραία.
«Πάντως είναι πολύ ωραίο κρασί» είπα «Ναι, αυτό πήγα να πω κι εγώ» συμφώνησε η κοπέλα της παρέας.
«Μπορώ να έχω παρακαλώ ένα υπέροχο, φρέσκο, δυνατό και δροσερό ποτήρι νερό;» είπε ο Σπύρος που καθόταν πάνω στο μπαούλο δίπλα στον Βαγγέλη και ειχε πλάτη στο στηθαίο της οικοδομής. Κάνοντας πάντα την ίδια τεράστια εισαγωγή, έδινε ένα τόνο υπεροχότητας στην καταπίεση που έπρεπε να ασκήσει στην εαυτό του, προκειμένου να συμβιβαστεί τέτοιες ώρες και με τέτοιες παρέες σε μόνο ένα ποτήρι νερό, την ώρα που, φυσικά, οι υπόλοιποι γύρω του απολάμβαναν με ευχαρίστηση την ελαφρότητα της συνουσίας με το αλκοόλ.

«Η αλήθεια είναι ότι δεν το καταλάβαμε καθόλου ότι σ’αρέσει Μαίρη. Σπύρο δεν έχει αλλο εδω, πάω να σου φέρω» απάντησε ο Άλκης παίρνοντας το χέρι του πάνω από την Λίδα, προκειμένου κατόπιν να σηκωθεί ολόκληρος για να φέρει το πανέμορφο, παγωμένο ποτήρι νερό στον Σπύρο και μαζί με το νερό να φέρει και την ανησυχία στα μάτια της σκυλίτσας του, της οποίας το σώμα τεντώθηκε και το κεφάλι ανασηκώθηκε παρακολουθώντας την κίνηση του αφεντικού της με τα μάτια μεγάλα, λίγο πιο μεγάλα από το φυσιολογικό αφού το αποστεωμένο της σώμα τα μεγένθυνε, και η οποία παρέμεινε στην θέση της, με τον ορό να κρέμεται πάνω από το κεφάλι της σε ένα αυτοσχέδιο στήριγμα, αποτελούμενο από καρφί και σιδερένια κρεμάστρα και με την υγεία της σε πλήρη ταύτιση με το στήριγμα, να κρέμεται κι αυτή απο μια κλωστή.
«Το καλό μου» είπε η Μαίρη με την θεατρική της φωνή να κατεβαίνει μισό τόνο, χαϊδεύοντας το πόδι της σκυλίτσας.
«Θα έρθετε φέτος Σύρο;» ρώτησε ο Άλκης αφήνοντας το μπουκάλι το νερό στο τραπέζι για να το πάρει ο Σπύρος με νεύμα ευχαρίστησης. «Θέλω πολύ. Να πάω και στο σπίτι του Μάρκου» αναστέναξε ο Γιάγκος, κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση με το κεφάλι και το χέρι που κάνουν όλοι όσοι έχουν πλούσια κόμη και την τοποθετούν προσωρινά πίσω από το αυτί.
«Έλα να σου πω, πότε θα πάτε;» και η συζήτηση στην αριστερή γωνία του τραπεζιού ανοίχτηκε πάνω σε καλοκαιρινά σκαριφήματα, την ώρα όμως που το δικό μου αυτί επικεντρώθηκε σε μια άλλη πιο ενδιαφέρουσα, κατ’ εμέ ,κουβεντούλα και της οποίας το νήμα μόλις άνοιγε ο Βάγγος πάνω στο «..λοιπόν μαγκες» που μόλις ειχε ακουστεί δια στόματος Γιάγκου.
«Ποία η διαφορά του μάγκα από τον μόρτη, ξέρεις;»  ρώτησε.
«Μαλακία θα πει τώρα, το ξέρω» σκέφτηκα, έτοιμος να γελάσω με το ευφυές χιούμορ του Βάγγου, δημιουργώντας ένα χαζό χαμόγελο στο πρόσωπό μου καθώς πρόφερα την αντωνυμία «ποια;» «Βασικά δεν υπάρχει διαφορά» είπε κοφτά και δεν γινόταν να μην γελάσω, έχω γελάσει με πολύ χειρότερα αστεία και τώρα ήμουν έτοιμος να το κάνω, αφού ο συνδυασμός του «αστείου» με το πρόσωπο που εξιστορεί ή επιχειρεί να διασκεδάσει τους άλλους, αυξάνει την επίδραση του αστείου, και ίσως κατά μία έννοια το πρόσωπο έχει μεγαλύτερη σημασία κι από το ίδιο το ευφυολόγημα.
«Βέβαια δεν θέλω να πω αυτό. θέλω να πω ότι το μόρτης βγαίνει από το ιταλικό mort και βγαίνει απο τον μεσαίωνα όταν τους νεκρούς από την χολέρα τους έδιναν να τους θάψουν οι πιο σκληροί τύποι, τα πιο αλάνια. Από κει βγαίνει. Μόρτες ρε φίλε είναι οι πεθαμενατζήδες, έτσι για να ξέρεις αν στην πέσει κανείς τι backround παίζει.» «Ω ρε φίλε.. του λες και ένα «άντε ρε τράβα μάζεψε κανά πτώμα» αμα λάχει και τελειώνεις..» Γελάσαμε. «Το μάγκες;» «Το μαγκες δεν ξέρω από που βγαίνει οπότε μην ρωτάς. Έμαθες πολλά για σήμερα, τέλος» «Εγώ νόμιζα ότι βγαίνει από το Μάρτης» πέταξε ο Σπύρος. «Ε;» κοίταξα με απορία καταλαβαίνοντας το αστείο του, αλλά θέλοντας να τον πικάρω για το κρύο χιούμορ του που ήταν και το μεγάλο του χαρακτηριστικό μετά το πάθος του για χορό. «Μάρτης-μόρτης, ξέρεις τώρα.» «Ααααα σταμάτα» φωνάξαμε και οι δύο με τον Βαγγέλη και αμέσως μετά βάλαμε τα γέλια. Κοίταξα τον Σπύρο ο οποίος ειναι μια άλλη εκδοχή του Στάθη από το Ράδιο-Αρβύλα. Σίγουρα πράγματα. Το ότι βέβαια κι εγώ γελάω πολύ με τα αστεία του, μάλλον δείχνει ότι έχουμε το ίδιο χιούμορ, κάτι για το οποίο δεν θέλω να μιλάω και πολύ.

Καθισμένη υπομονετικά δίπλα στον οικοδεσπότη μας, η σκυλίτσα απολάμβανε -και ποίος δεν θα απολάμβανε- αυτή την ομήγυρη. Η διάταξη των ποτηριών και των καπνών πάνω στο τραπέζι άλλαξε αρκετές φορές κατά την διάρκεια της νύχτας, όπως και η διάταξη των λέξεων που χρησιμοποιούσαμε στις προτάσεις. Το κρασί, ο καπνός, το στρίψε μου κι εμένα ένα, ο Μάρκος, η Σύρος, η Λίδα αναμιγνύονταν και μεταξύ τους και με διάφορες προθέσεις και συνδέσμους και γέλια, σε όλων των ειδών τους συνδυασμούς. Σταμάτησα να μιλάω και απλά άκουγα, όχι απαραίτητα κάτι συγκεκριμένο, αλλά το απροσδιόριστο της μουσικής, των συνομιλιών και των σκέψεών μου. Κοίταξα την σκυλίτσα. Την είχα δει πρώτη φορά στον βράχο της Πνύκας τον Μάρτη του 2015. Θυμάμαι πότε, 13 Μαρτίου. Εκείνο το απόγευμα, όλη η προσοχή μας είχε επικεντρωθεί σ’ αυτόν το μικρό τετράποδο σύντροφό μας, αυτό το καλοκάγαθο ανοιχτόχρωμο σκυλάκι που στο άκουσμα του ονόματός του δεν έδινε και πολύ μεγάλη σημασία λες και δεν άκουγε ή λες και το είχε ακούσει τόσες πολλές φορές που το είχε κι όλας βαρεθεί. Θυμάμαι πως τινάζοντας με δύναμη τους αγκώνες μας, αφήναμε από τις παλάμες μας να γλιστρήσει στον αέρα το χιλιοδαγκωμένο κίτρινο τόπι της, μπας και αυτο της φανεί της σκυλίτσας πιο ενδιαφέρον από τις προσταγές «έλα εδώ» «κάτσε» ή «μείνε». Πόσο παράξενο μου είχε φανεί, το τόπι είχε κάποια μυστική συμφωνία με το σκυλί. Σίγουρα. Από την στιγμή που έφευγε ελεύθερο στον αέρα λες και όλη του η ύπαρξη, όλο του το είναι εκείνη την ύστατη στιγμή δινόταν σε ένα μόνο σκοπό, να ακολουθηθεί από τον σκύλο. Λες και με κάποιο αόρατο σχοινί πετούσε την σκιά του στο έδαφος και έγδερνε μ’αυτήν το χώμα, αφήνοντας σημάδια που κανείς δεν τα έβλεπε, παρά μόνο το εκπαιδευμένο μάτι του τετράποδου κυνηγού που απευθυνόταν, κι έτσι αυτή κατάφερνε πάντα να ακολουθεί την πορεία της μπάλας χωρίς ποτέ να σηκώσει το κεφάλι να την ψάξει στον αέρα. Η Λίδα έβρισκε το τόπι, το μύριζε και αδιάφορα λες και άκουγε το όνομά της, το άφηνε στην ησυχία του για να τρέξει στην άλλη άκρη του οικοπέδου, στο σημείο που είχε βρει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον : απομεινάρια φαγητού. Ο Άλκης ξοπίσω της έτρεχε να την μαζέψει για να μην προλάβει να τα φάει δίνοντας στην σχέση του με την σκυλίτσα το αποτύπωμα της τυπικής σχέσης του ανθρώπου με τον αρχαίο του σύντροφο, τυπική σχέση, τυπικός δεσμός, τυπική αγάπη με εκείνη την τυπικότητα που έχει περάσει στα κύτταρα και των δύο σαν στάμπα, σαν σφραγίδα και όχι με την επιφανειακή μορφή της. Δοσμένη στο αφεντικό της κι αυτός σε εκείνη , ειδικά από την ημέρα που έμαθε πως ο χρόνος του μαζί της είναι περιορισμένος, δεν την άφησε ούτε στιγμή, κι αυτή λες και ζούσε για εκείνον, κάθε φορά που έκανε μια κίνηση να σηκωθεί ή να αλλάξει θέση από δίπλα της, τον κοίταζε με το βλέμμα της κατ’επειγούσης παρακλήσεως να μην απομακρυνθεί ή κι αν αυτό συμβεί, να μην αργήσει.
Ανάμεσα στις σκέψεις μου και στις συζητήσεις. ο Μάρκος είχε πάλι την τιμητική του
«..νόστιμο μικρό τρελό μου,
μάγκικο μελαχρινό μου.
Γιατί δε βγαίνεις να σε δω
που ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ» «Αφιερωμένο στις όμορφες σοκολατίνες του Παύλιδη από απέναντι» ψέλισε ο Γιάγκος με πονεμένη φωνή, γνέφοντας προς το εργοστάσιο σοκολάτας του Παυλίδη που μας κοίταζε όλη αυτή την ώρα από διαγώνια απέναντι και γελάσαμε όλοι δυνατά. Το βλέμμα μου χάθηκε κάπου στο βάθος και ασυναίσθητα το ψιλοτραγούδησα. Η Μαίρη με κοίταξε και μου έκλεισε το μάτι και ο Άλκης ξαναέβαλε την βελόνα στην πλάτη της Λίδα. Ήταν η τελευταία φορά που είδα την σκυλίτσα.
Αυτό ήταν το σκηνικό.

Οι μορφωμένοι των Αθηνών – Ο ιππότης με την σκουριασμένη πανοπλία

biblioΝωρίς μεσημέρι Τετάρτης στην ασφυκτικά γεμάτη στάση μπροστά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη στην  παλιά Βουλή, τα λεωφορεία και τα τρόλεϋ, το ένα πίσω από το άλλο πίεζαν επί ματαίω με τον όγκο τους την αυτοκινητοπομπή. Το αποτέλεσμα ελάχιστο. Τάχυνα το βήμα μου προσπερνώντας το γωνιακό κατάστημα του Ζολώτα και πιο κάτω άφησα πίσω μου το παλιό φαρμακείο του Λήτου, αφού ο σκοπός της επισκέψεώς μου στο κέντρο ήταν καθαρά επαγγελματικός και δεν είχα πολύ χρόνο για χάζεμα.
«Μπράβο που διαβάζεις, πραγματικά συγχαρητήρια» ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν, μιλώντας στο κινητό μου, το βλέμμα μου συνάντησε έναν νεαρό -μάλλον- άνδρα, που καθισμένος πάνω σε ένα καφάσι διάβαζε, αδιαφορώντας για τους περαστικούς. Κι αυτοί αδιαφορούσαν για εκείνον. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, βρέθηκα ακριβώς μπροστά του και χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά, η σκέψη μου έγινε ήχος και προσθέτοντας κάπου εκεί ανάμεσα κι ένα «κύριε» του απηύθυνα τον λόγο. Ο κύριος με το βιβλίο μπροστά μου, ανήκε στην τάξη εκείνων των ανθρώπων που ο πολιτισμένος κόσμος επιμελώς αποφεύγει, περίπου 40 χρόνων, με σκαμμένο πρόσωπο, μελαχρινός, λίγο κυρτός και χωρίς εκείνη την υπερβολικά έντονη και απωθητική οσμή των ανθρώπων του δρόμου, είχε καταλύσει στην εσοχή που οι αρχιτέκτονες του κτηρίου με τον αριθμό 26, είχαν τοποθετήσει την είσοδο, κι έτσι η ζωή του αριστερά -όπως ανεβαίνουμε- πεζοδρομίου της οδού Σταδίου, στο σημείο που δημιουργείται κάθετη γωνία με το περί ου ο λόγος σύγχρονο γυάλινο κτήριο, περίπου στο ύψος της στοάς Κοραή, είχε, τρόπον τινά, διανθιστεί από την προσωρινή κατάληψη του νοικάρη. Ουδέν, βέβαια, μονιμότερον του προσωρινού, συνηθίζει να λέει ο λαός μας που στ’ αυτιά μου ηχεί με την φωνή του πατέρα μου. Σηκώνοντας το κεφάλι του αποσβολωμένος, με κοίταξε πάνω από τις σελίδες του βιβλίου του με κάποια απορία μαζί και με χαρά, αρχικά από τον χαμηλόφωνο έπαινο που τον αφορούσε, και ύστερα από το άκουσμα των κερμάτων που έπεσαν στο αυτοσχέδιο παγκάρι του.
«Φχαριστώ, φχαριστώ πολύ. Διαβάζεις κι εσύ;» αποκρίθηκε άμεσα και αδύναμα, με τόνο φωνής ίδιον με το πεζοδρόμιο στο οποίο είχε καταλύσει, χωρίς διακυμάνσεις και χωρίς καλή άρθρωση που υπογράμμιζε την κούραση, τις κακουχίες και το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει μετά από τόσα -ποίος ξέρει πόσα- χρόνια.
«Ναι διαβάζω. Όσο μπορώ, μ’αρέσει.» ανταπάντησα με χαμόγελο. Ο κύριος, λες και αυτό περίμενε όλη του την ζωή τινάχτηκε
«Να σου δείξω! Κοίτα εδώ τι έχω» και το βλέμμα του τεμαχίζοντας τον αέρα καρφώθηκε στα σκεπάσματα, καθώς το χέρι του σήκωνε την κουβέρτα. Μια ντάνα από βιβλία εμφανίστηκε και κοιτάζοντάς με γεμάτη καμάρι, κι αυτή και ο κάτοχός της, μου θύμισαν και οι δύο τα παιδικά μου χρόνια. Κάπως έτσι κάναμε με τον αδερφό μου όταν όλο περηφάνια αποκαλύπταμε την μυστική συλλογή μας από τα κάθε λογής παιχνίδια στα ξαδέρφια και τους φίλους μας που έρχονταν για να παίξουμε. Αλλά μήπως μόνο εμείς; Η ανθρωπότητα όλη ζει για να επιδεικνύει τους κρυφούς θησαυρούς της, για να δημιουργεί το αίσθημα της έκπληξης και της μυστικότητας. Και από γενιά σε γενιά, από άνθρωπο σε άνθρωπο, από τον ίδιο μας τον εαυτό στον ίδιο μας τον εαυτό η κατοχή ενός κάποιου -ίσως ακόμα και κοινού- μυστικού θέλγει την ύπαρξή μας και τρέφει την ιερότητα της σύμπραξης, της συμμετοχής. «Έλα να δεις, έλα να σου δείξω, το μυστικό μου, τα παιχνίδια μου, οι γνώσεις μου, το μέρος που αγαπώ να βρίσκομαι μόνος μου..»
«Τα έχω διαβάσει όλα» μου ανήγγειλε με γλώσσα που κροτάλισε από ευδαιμονία. Ο επευφημιών εαυτός μου μεγεθύνθηκε, κάτι που έδωσε στο συνομιλητή μου πλεονάζουσα όρεξη και ζωή. «Τα κόκκινα φανάρια, το έχεις διαβάσει;» με ρώτησε «Έχει γίνει και ταινία. Εδώ το έχω κάτσε να το βρω» η άρθρωσή του μεταλλάχτηκε. «Δεν χρειάζεται να το βρείτε, μην μπαίνετε στον κόπο, και πάλι μπράβο σας» έκανα δύο βήματα για να φύγω «Τι ωραίο βιβλίο, περίμενε περίμενε!» και μονομιάς πήρε βαθιά ανάσα και βούτηξε μέσα στα σκεπάσματα στο σημείο που έκρυβε τον μυστικό θησαυρό του. Λίγα δευτερόλεπτα πιο μετά είδα το χέρι του να ξεπηδάει από μέσα κρατώντας ένα ροζ βιβλίο και κατόπιν ακολούθησε ο ίδιος, πρώτα το κεφάλι του και μετά ολόκληρος, γεμάτος από την κορφή μέχρι τα νύχια με γράμματα. Δεν τα τίναξε από πάνω του παρά μου έδειξε τα δόντια του. «Πάρε αυτό, να το διαβάσεις, είναι το αγαπημένο μου»

Κάθισα στην στενή πολυθρόνα και άναψα το φως δίπλα μου. Στο πάτημα του διακόπτη η υδρόγειος πάνω στο παλιό κομοδίνο φωτίστηκε και μαζί φώτισε μερικώς και το δωμάτιο. Το βιβλίο που βρισκόταν ακόμα στην εξωτερική θήκη της τσάντας, αφού δεν είχα τολμήσει να το πάρω στα χέρια μου, χτυπούσε ρυθμικά στην σκέψη μου. Έβγαλα τα παπούτσια και άπλωσα τα πόδια μου κοιτάζοντας στην απέναντι ταράτσα. Μια κυρία μάζευε τα ρούχα που είχε απλώσει στο σχοινί κάνοντας ακριβώς την ίδια κίνηση που εκείνη την ώρα έκανε και ο ήλιος, μαζεύοντας τις ακτίνες του και αφήνοντας την Αθήνα στο φως κάποιου πορτατίφ, το οποίο είχε λες από διάθεση και μόνο, την ζεστασιά της απόχρωσης της υδρογείου μου. Κοίταξα λίγο πιο μακριά. Δεν μπόρεσα να παρασυρθώ από την ανεμελιά της στιγμής αφού ο ήχος του τηλεφώνου επαναπροσδιόρισε την σκέψη μου.
«Έλα τι κάνεις;» η φωνή στην άλλη πλευρά του ακουστικού, οικία, απότομη και ελαφριά, έδινε το στίγμα του ιδιοκτήτη της, ο οποίος πάντα έδινε το εγκάρδιο ενδιαφέρον του για να το πάρει γρήγορα-γρήγορα πίσω, μάλλον φοβούμενος μήπως ο άλλος του κάνει κατάχρηση, το ατιμάσει, το διαφθείρει και τελικά το πετάξει, αφήνοντάς τον χωρίς από αυτό το τόσο πολύτιμο και ραφινάτο συναίσθημα, μου έδωσε χαρά και ηρεμία, αισθήματα κρυμμένα πάντα πίσω από έναν συγκρατημένο τόνο.
«Καλά εσύ;» ρώτησα, την στιγμή που το αριστερά ντουλάπι της κουζίνας έκλεινε και ένα χαμηλό ποτήρι κρασιού που είχε αγοραστεί με αγάπη τον προηγούμενο χειμώνα από τα ΙΚΕΑ, ακουμπούσε στον πάγκο της κουζίνας για να φιλοξενήσει λίγο κρασί.
«Που είσαι;»
«Σπίτι δεν πήρες;» απάντησα λίγο πιο πολύ δεικτικός και ξινός από το γενικώς εύκολα αποδεκτό.
«Ναι ρε παιδί μου.. καλά, ντάξει είσαι; Τίποτα έτσι πήρα να δω τι κάνεις.»
«Εντάξει, όλα καλά.»
«Αν πας στο κέντρο πρόσεξε γιατί έχει επεισόδια»
«Πάλι; Οκ όχι δεν θα κατέβω, το πρωί ήμουν εκεί.» και το μάτι μου έπεσε στην μαύρη δερμάτινη τσάντα που κουβαλούσα από το πρωί.
«Καλά εγώ στο λέω για να το ξέρεις. Μην πας. Άντε θα μιλήσουμε, καληνύχτα.»
«Ευχαριστώ ρε, καληνύχτα» πρόλαβε να ακουστεί η φωνή μου πριν κλείσει η γραμμή, με την γεύση από το λευκό κρασί αμέσως μετά να μεταγγίζεται από το ποτήρι στο έχον την απόλυτη ανάγκη του, στομάχι μου.
Το φερμουάρ της τσάντας δεν ήταν αρκετό για να κρατήσει το δώρο μου μακριά, τραβήχτηκε λοιπόν στην άκρη και δίνοντάς μου την δυνατότητα να αγγίξω αυτό που μέχρι πρότινος ανήκε σχεδόν στον κόσμο των απορριμάτων, ίσως μόλις είχε πράξει το σημαντικότερο πράγμα από την στιγμή της δημιουργίας του. Το βάρος του ροζ βιβλίου άυξησε την τάση των μυών του δεξιού χεριού μου, ίσως λίγο περισσότερο από το φυσιολογικό, αφού το υποσυνείδητό μου μετέβαλε το πραγματικό βάρος του χαρτιού στο βάρος της πράξης του κυρίου της Σταδίου και της σημασίας της. «Robert Fischer – Ο ιππότης με την σκουριασμένη πανοπλία». Ίσως να ήταν και το βάρος της πανοπλίας που έκανε το χέρι μου να νιώσει τόσο βαρύ το βιβλίο. Χαμογέλασα μ’αυτό που σκέφτηκα και το βλέμμα μου ανοίχτηκε ξανά προς την απέναντι ταράτσα. Ο ήλιος και η κυρία φαίνεται πως είχαν συγχρονιστεί απόλυτα, αφού και οι δύο είχαν μαζέψει τα πράγματά τους από τα αδιάκριτα βλέμματα του κόσμου και είχαν αφήσει ο μεν την Αθήνα στην ηρεμία της βραδιάς και η δε τα σχοινιά στην δική τους ηρεμία, χωρίς το βάρος των βρεγμένων ρούχων. Η αλήθεια είναι πως η αμηχανία μου δεν με είχε προσπεράσει ακόμα κάνοντας με να μην μπορώ να πω ξεκάθαρα αν ήθελα να διαβάσω το διήγημα εκείνη την ίδια στιγμή, μονομιάς, όπως πίνουμε ένα ποτήρι κρύο νερό την πιο ζεστή μέρα ή να το αφήσω για πάντα στην άκρη. Προς ώρας μου έφτανε η περίληψη του οπισθόφυλλου. Σίγουρα.

«Σ’ευχαριστώ πολύ. Θα το διαβάσω και θα στο φέρω πίσω» απάντησα.
«Ναι εντάξει» ακούστηκε λίγο χαμένος, για να φωνάξει αμέσως μετά, μόλις γύρισα πλάτη «Όχι, δεν το θέλω, κράτα το»

«Ήθελα πιο πολύ να δείξω πως αυτοί που έχουνε συφέρο από τον πόλεμο, που ζούνε από το αίμα των ανθρώπων, βάζουνε τους άλλους να σκοτώνουνε και να σκοτώνουνται για χατίρι τους. Κάθε χέρι, κάθε πόδι, κάθε μάτι, – κάθε ζωή που χάνεται, είναι χρήμα!»
Κωστής Βάρναλης, Οι φυλακές

Πέντε ποιητικά βήματα πιο κάτω, από αυτά που μόνο οι τιτάνες της μυθολογίας θα μπορούσαν να δρασκελίσουν, η πλατεία Κλαυθμώνος. Σταμάτησα και κοίταξα στο άνοιγμα που δημιουργούσε η ύπαρξή της. Ξεκίνησα ξανά αμήχανος και σαστισμένος. Το γλυπτό της εθνικής συμφιλίωσης έμοιαζε λίγο πιο μεγάλο από το συνηθισμένο, κάνοντάς με να χαμογελάσω μυστικά. Στην απέναντι όχθη της λαοθάλασσας που πλημμύριζε το πλακόστρωτο της εξόδου του μετρό και μπροστά στο γωνιακό νέο-αναγερθέν κτήριο της AlphaBank ήδρευε και εδρεύει κάθε μέρα ένα υπαίθριο κατάστημα κουλουριών. Ο καταστηματάρχης του είχε σχεδόν ξεπουλήσει και το ενός τετραγωνικού επικαθήμενο σε τροχούς κατάστημά του, άδειο πλέον από κουλούρια ίσα-ίσα που φαινόταν από μακριά, αφού οι γυάλινες πλευρές του άφηναν το βλέμμα να τις διαπερνάει ελεύθερα. Κατάφερα να περάσω απέναντι χωρίς να βραχώ.
«Δώσε μου δύο» του παρήγγειλα.
«Τα δύο τα πιο νόστιμα απ’όλα σε περίμεναν από το πρωί, τυχερός.»
Γέλασα. Πλήρωσα το αντίτιμο και έφυγα βιαστικά προς την κατεύθυνση από την οποία μόλις είχα έρθει, προσπερνώντας με λίγο σκυμμένο κεφάλι το εξαιρετικής αισθητικής Grand Hôtel d’Athènes, που οριοθετεί την γωνία της Σταδίου στο ύψος του αριθμού 32 με την Κοραή και που εδώ και πολλά χρόνια έχει σταματήσει να εξυπηρετεί τους περαστικούς της πόλης των Αθηνών, φιλοξενώντας πλέον όχι φυσικά αλλά νομικά πρόσωπα. Οι ενδυματολογικές επιλογές της επιχείρησης «Ζαρα» είναι ο τελευταίος φιλοξενούμενος του κτηρίου και μαζί του, οι τάσεις ρουχισμού ενός μεγάλου αριθμού Αθηναίων. Μια αρμαθιά από τσάντες ξεπρόβαλε βιαστικά από μέσα και κάπου εκεί ανάμεσά τους, μια κυρία που προσπαθούσε να τους επιβάλει την ύπαρξή της, σχεδόν έπεσε επάνω μου, για να σταματήσει αμέσως και να κοιτάξει προς την κατεύθυνση που πήγαινα.
«Θα σε φτιάξω εσένα, θα δεις!!» μια φωνή διαπέρασε το βουητό των αυτοκινήτων φτάνοντας στα αυτιά μας και το μυαλό μου την συνέλαβε παραλλάσσοντας τον Ελύτη από το «Απογοήτευσις υπό το μηδέν», και χρωματίζοντάς την με ένα κι όμως «κατά βάθος τίποτε άλλο δεν είναι, παρά ο χαμός μια φωνή απ’το κενό». Όρθιος με ένα λοστό στο χέρι ο νεαρός άνδρας που μόλις λίγα λεπτά νωρίτερα είχε φερθεί τόσο πολιτισμένα σε μένα, φώναζε και χειρονομούσε σε κάποιον που τρέχοντας, διέκοπτε την ροή των διερχόμενων αυτοκινήτων για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο και να σταματήσει εκεί που μέχρι λίγους μήνες νωρίτερα, το κατάστημα ρούχων «Στρογγυλός» είχε την έδρα του.
«Παιδαρά, ε παιδαρά» φώναζε ξανά και ξανά μπερδεύοντας μερικές έννοιες στο μυαλό του και τεντώνοντας το χέρι που κρατούσε το όπλο του. Δίπλα του κάποιος φίλος του, τον κρατούσε και μάλλον προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Οι άνθρωποι τον κοιτούσαν λίγο παραξενεμένοι και λίγο αδιάφοροι και αν κάποιος τους παρατηρούσε πιο προσεκτικά ίσως να έβλεπε πως κάποιοι, ήταν και λίγο ενοχλημένοι από τις διαμαρτυρίες του ασκεπή τρελού.
«Αυτά είναι για σένα» είπα και φάνηκε να μην με αναγνώρισε.
«Ο παιδαράς, άντε από κει! Ο παιδαράς! ποιός νομίζει.. άντε από κει!»
«Έλα πάρτα, δύο κουλούρια είναι»
«Φχαριστώ»
«Τι έγινε;» ρώτησα αρκετά επιφυλακτικός βλέποντας πως ο άντρας βρισκόταν σε πλήρη έξταση, προσόμοια με αυτή των μαινάδων, αφού τα μάτια του γυάλιζαν, το κορμί του έτρεμε και ο τόνος της φωνής του βρυχόταν, πράγμα που σήμαινε πως δεν μπορούσα να προβλέψω και τις κινήσεις του και επιπλέον σκεπτόμενος πως κρατάει στο χέρι του τον αυτοσχέδιο εκείνο λευκό λοστό, ένιωθα αρκετά εκτεθειμένος απέναντι στον όποιο κίνδυνο και πολύ κοντά στην επιβεβαίωση της παροιμίας «πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος».
«Ο παιδαράς.. φχαριστώ για το φαΐ.» με κοίταξε με βλέμμα χαμένο. Τίποτε άλλο και η ζωή στους δρόμους παρά αφόρητη χαρακιά στην πέτρα της ψυχής, θα έλεγε ξανά ο Ελύτης σε μια ακόμα παραλλαγή.
«Τι σου έκανε;»
«Ήρθε να βγάλει βίντεο χωρίς να ρωτήσει. Χωρίς να ρωτήσει. Ο παιδαράς!»
«Έντάξει όλα καλά, έφυγε.» είπα την ώρα που ο φίλος του, του τράβηξε το όπλο από το χέρι χωρίς να καταφέρει όμως να του το αποσπάσει.
«Ο παιδαράς… ουστ! Φχαριστώ.»
«Όλα καλά, τελείωσε, έφυγε» είπα ξανά, απολογούμενος μέσα μου για την οπτική του κόσμου στον οποίο αναφέρεται ο Βάρναλης. Γύρισα και τον κοίταξα και αμέσως μετά κοίταξα ασυναίσθητα την κυρία που περίμενε στο φανάρι των πεζών ακριβώς μπροστά μας, κρατώντας στα χέρια της μερικά ακριβά αξεσουάρ, ένα από αυτά και ο κατα πολύ νεώτερός της κύριος που στεκόταν δίπλα της με ύφος καλοπιασμένου αρχοντοχωριάτη. Κοίταζαν και οι δύο κάτω από τα γυαλιά τους την ώρα που ο Ιορδάνης έδινε στον κόσμο τους ένα ακόμα μεγάλο χαστούκι.
«Δεν είμαι αξιοθέατο»

Η επιστολή

Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που πήρε μια συστατική επιστολή. Μην τρομάξετε αν τον δείτε να κλαίει.. είναι για καλό. Γιατί όλοι ξέρουμε πως το να κλαις, πολλές φορές, είναι καλύτερο από το να γελάς, αν ξέρεις γιατί κλαις. Κάποτε λοιπόν αυτός ο άνθρωπος είχε μια ατυχία στην ζωή του. Μια ατυχία η οποία τον στιγμάτισε τόσο, που από κει και πέρα δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις αλυσίδες με τις οποίες τον έδεσε αυτή η κακή στιγμή. Η ατυχία του ήταν να δεθεί με μια συνήθεια. Την συνήθεια της ίδιας του της ζωής. Τόσο βαρύ ήταν αυτό και τόσο καλά τον είχε δέσει που ότι κι αν έκανε, άκουγε στο πίσω μέρος του μυαλού του «αυτό που κάνεις, θα το κάνεις όπως έχεις συνηθίσει». Είχε συνηθίσει να μην αισθάνεται το σώμα του, να κάνει κάθε μέρα την ίδια βόλτα, να μαγειρεύει όλα του τα φαγητά ακριβώς όπως έλεγε η συνταγή, όλα με μισό κουταλάκι αλάτι, να μην μπορεί να εκφράσει τον εκνευρισμό του και να μην μπορεί να πιστέψει ότι κάποια στιγμή θα πάρει μια συστατική επιστολή. Το χειρότερο όμως απ’όλα σε όλο αυτό, ήταν ότι δεν μπορούσε να δώσει ένα τέλος. «Συστατική επιστολή εγώ;;;» αναρωτήθηκε μια μέρα καθώς έριχνε μισή κουταλιά αλάτι στο φαγητό του, όπως και σε κάθε φαγητό.. «Εγώ δεν θα πάρω ποτέ συστατική επιστολή» αποφάσισε μόνος του μια άλλη μέρα ενώ κοιταζόταν στον καθρέφτη και απεχθανόταν το σώμα του.. «Οι συστατικές επιστολές είναι για ανθρώπους που μπορούν να πετύχουν o,τι θέλουν» είπε μια μέρα σε ένα περαστικό σκυλάκι στην συνηθισμένη του βόλτα.. Οι μήνες περνούσαν και ο άνθρωπος αυτός συνήθιζε όλο και πιο πολύ να συνηθίζει. Συνήθιζε την ερημιά του, συνήθιζε το σχεδόν ανάλατο φαγητό, συνήθιζε να μην αλλάζει πορεία στις βόλτες του και κυρίως συνήθιζε να μην θεωρεί τον εαυτό του άξιο οποιασδήποτε αλλαγής . Μια μέρα, ή καλύτερα μια συνηθισμένη μέρα, την ώρα που έφτιαχνε το φαγητό του, χτύπησε το κουδούνι. «Ποιός να είναι; Εγώ δεν δέχομαι ποτέ επισκέψεις.» σκέφτηκε και πήγε να ανοίξει την πόρτα. Πίσω από την κλειδωμένη εξώπορτα στεκόταν ένας τελείως άγνωστος..

«Παρακαλώ.» λέει..

«Γεια σας. Μπορώ να περάσω;» «Ποιός είστε;» «Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως θέλω να σας κάνω ένα παράπονο. Τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά. Το καταλαβαίνετε αλλά δεν έχετε το θάρρος να το αλλάξετε.» «Τι εννοείτε; Μια χαρά είναι όλα. Όπως τα έχω συνηθίσει.» «Αυτό ακριβώς εννοώ.» «Δεν σας καταλαβαίνω! Σας παρακαλώ φύγετε αμέσως.» «Όχι. Κατηγορηματικά όχι. Θα καθίσω εδώ και δεν πρόκειται να φύγω μέχρι όλα να αλλάξουν.» «Μα..» Και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση του, ο άγνωστος είχε στρογγυλοκαθίσει στην πολυθρόνα και είχε δεθεί με σχοινιά. «Σηκωθείτε αμέσως και φύγετε. Δεν έχετε το δικαίωμα.» είπε προσπαθώντας να φανεί ψύχραιμος. «Δεν πρόκειται να φύγω. Μην απελπίζεστε.» Ταραγμένος όπως ήταν γύρισε πίσω στην κουζίνα. Μουρμούριζε και τα χέρια του έτρεμαν και προσπάθησε να συνεχίσει να μαγειρεύει ελπίζοντας πως μέχρι να τελειώσει το φαγητό ο παράξενος εκείνος τύπος θα είχε ξεκουμπιστεί. Κι έτσι όπως έτρεμαν τα χέρια του, χωρίς να το καταλάβει, αντί για μισή κουταλιά αλάτι, έριξε μια ολόκληρη. Ετοίμασε το φαγητό, έστρωσε το τραπέζι και μόλις ήταν έτοιμος να καθίσει άκουσε πίσω του την πόρτα να κλείνει και βήματα στα σκαλιά της εξόδου. Ο παράξενος εκείνος τύπος είχε εξαφανιστεί. «Τι συνέβη. Τι έγινε..» Η καρδιά του χτύπαγε σαν τρελή. «Θα καθίσω να φάω ήρεμα και μετά θα πάω την βόλτα μου και όλα θα είναι καλά» σκέφτηκε. Μια ώρα μετά ήταν έξω στο δρόμο και προχωρούσε στο πεζοδρόμιο. ‘Ηξερε που πήγαινε. Σε λίγο θα έστριβε δεξιά και μετά μέσα από την πλατεία θα προχωρούσε λίγο ευθεία και μετά αριστερά και μετά πάλι ευθεία. Ήξερε που πηγαινε. Ήξερε; «Για κάποιο λόγο το φαγητό ήταν διαφορετικό σήμερα. Τι έκανα λάθος;» μονολόγησε.. Προχωρούσε με σθένος και πυγμή και τίποτα δεν θα τον έκανε να αλλάξει την πορεία του αν.. «Μα πως είναι δυνατόν. Αυτός ο δρόμος δεν έπρεπε να είναι κλειστός. Ποτέ δεν ήταν.» Προχώρησε λίγο πιο κοντά και ένας τύπος του Δήμου με καπέλο και στολή του έκανε νόημα να μην σταματήσει και να κάνει αριστερά. «Μα δεν έχω πάει ποτέ αριστερά εδώ. Δεν μπορώ να πάω. Δεν βγάζει κάπου.» Αναγκαστικά όμως έστριψε. Δεν μπορούσε βλέπετε να γυρίσει πίσω γιατί ήταν ακόμα νωρίς για να γυρίσει σπίτι. Έπρεπε να είναι στο σπίτι του στις 7:35 και ακόμα ήταν 6:53. Δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω.. Ναι, δεν τον περίμενε κάποιος εκεί, ούτε είχε κάποιο ραντεβού αλλά η δύναμη της συνήθειας τον είχε δεσμεύσει τόσο που δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Έτρεμε κάθε φορά που έχανε τον έλεγχο της απόλυτης ζωής του. «Αυτός εκεί που με έβγαλε από τον δρόμο κάτι μου θύμισε.. δεν μπορεί.. κάπου τον ξέρω» σκέφτηκε πάλι, και διστακτικά προχώρησε.

Είκοσι μέτρα πιο κάτω κι ενώ είχε σκυφτό το κεφάλι, άκουσε κάποιον να φωνάζει δυνατά και αμέσως μια μπάλα χτύπησε επάνω του. «Αυτά συμβαίνουν όταν χάνεις τον δρόμο σου!» και πριν σηκώσει το κεφάλι προσπαθώντας να βρει την ψυχραιμία του άκουσε πάλι την φωνή, δίπλα του αυτή την φορά.. «Με συγχωρείτε πολύ..» ένα πανέμορφο ξανθό παιδάκι τον κοίταζε με τα πιο γλυκά μάτια του κόσμου έτοιμο να κλάψει από την στεναχώρια του. Το κοίταξε στα μάτια. Ήταν τα πιο όμορφα μάτια που είχε δει. Τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν και η γλώσσα του μπερδεύτηκε τόσο που δεν ήξερε τι να πει. «Δεν.. δεν πειράζει..» Σκύβει να πιάσει την μπάλα να του την δώσει και σηκώνοντας το κεφάλι του πέφτει το βλέμμα του επάνω σε ένα μεγάλο πάρκο. «Που ξεφύτρωσε αυτό;» αναρωτήθηκε δίνοντας την μπάλα στο παιδί το οποίο την άρπαξε και γελώντας έτρεξε γρήγορα προς τους φίλους του στο πάρκο. Σιγά σιγά και με ζωγραφισμένη την απορία και τον φόβο στο πρόσωπο του άρχισε να μπαίνει σ’εκείνο το πάρκο.. «Δεν είναι δυνατόν. Εδώ ερχόμουν όταν ήμουν μικρό παιδί. Πως.. Πως είναι δυνατόν, το έιχα ξεχάσει τελείως. Που ήταν τόσο καιρό. Εδώ έτρεχα και χοροπήδαγα με τους φίλους μου..Κι εδώ έπεσα πρώτη φορά από το ποδήλατο. Κι εδώ.. Κι εδώ φιλήθηκα πρώτη φορά όταν ερωτεύτηκα.» Ένα χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο του και μια επιθυμία να αρχίσει να τρέχει.. Και άρχισε.. Και έτρεχε όλο και πιο γρήγορα και όλο και πιο δυνατά και το χαμόγελο στο πρόσωπο του ανθρώπου αυτού μεγάλωνε σαν χορδή τόξου που το τεντώνει ο έρωτας για να εκτοξεύσει τα βέλη του. Και ένα βέλος εκτοξεύθηκε και τον χτύπησε στην καρδιά εκείνη την ημέρα. Η αλήθεια είναι πως πόνεσε λίγο.. αλλά ο πόνος ήταν γλυκός. Η ώρα είχε φτασει ήδη 7:33 και δεν βρισκόταν σπίτι του. Δεν βρισκόταν καν κοντά στο σπίτι του. Μισή ώρα αργότερα άνοιγε την πόρτα κουρασμένος και κάθιδρος.. «Σήμερα όλη η μέρα έχει πάει κατά διαβόλου. Το μεσημέρι το φαγητό ήταν διαφορετικό, μετά η βόλτα μου άλλαξε εντελώς και τώρα.. 8:03 και μόλις μπήκα στο σπίτι.» Πετάει τα ρούχα του αγχωμένος και πηγαίνει προς το μπάνιο. «Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό» σκεφτόταν συνέχεια, σίγουρος ότι όλο αυτό ήταν λάθος. Και καθώς γινόταν όλο και πιο σίγουρος πως όλο αυτό ήταν ένα τραγικό λάθος που επ’ ουδενί δεν έπρεπε να επαναληφθεί, έπεσε το μάτι του στον καθρέφτη του μπάνιου. «Α!» ανατρίχιασε.. «Πως έγινε αυτό.. Τι είναι αυτό..» Πλησίασε κοντά και τι να δει.. Εκεί που κάθε μέρα έβλεπε κάτι τόσο αδιάφορο και άσχημο, αυτή την φορά μια όμορφη φιγούρα ξεπρόβαλε από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Μια κοπέλα πανέμορφη με φλογερά μάτια, σμιλευμένο στήθος και πανέμορφο, γυμνασμένο κορμί.. Με μια φλόγα που έκαιγε μέσα της. «Αυτή είμαι εγώ; Δεν μπορεί..» Κι όμως αυτή ήταν. όλα αυτά τα χρόνια αυτή ήταν. Απλά είχε συνηθίσει να βλέπει τον εαυτό της αλλιώς. Ποτέ δεν τον είχε αφήσει ελεύθερο να τρέξει όπως είχε τρέξει εκείνη την ημέρα. Ποτέ δεν τον είχε αφήσει να ανέβει στο ποδήλατο και να πέσει και να πάει από άλλη διαδρομή και να δοκιμάσει άλλο φαγητό. Έλεγχε την ζωή της και τους άλλους και ξέχασε πως να ζει. Όχι πλέον όμως. Τρομαγμένη όπως ήταν άναψε όλα τα φώτα στο σπίτι και άνοιξε όλες τις πόρτες. Γυμνή και αναστατωμένη από την απορία και την ανασφάλεια πήγαινε πάνω κάτω στο σπίτι και προσπαθούσε να καταλάβει τι γινόταν..Και κάπως έτσι την πήρε ο ύπνος. Την άλλη μέρα το πρωί την ξύπνησε ο ήχος του ρολογιού.. Όχι όμως την ώρα που είχε συνηθίσει αλλά αρκετές ώρες αργότερα. Η ζωή της είχε αλλάξει. Έτσι μέρα με την μέρα όλο και κάτι άλλο διαφορετικό γινόταν και όχι μόνο τυχαία, όπως μάλλον είχαν γίνει όλα την πρώτη φορά, αλλά επιδίωκε και τις διαφοροποιήσεις. Κάθε μέρα κι από λίγο..Μπορούσε πλέον να δοκιμάσει κι άλλα φαγητά κι ας μην της άρεσαν, να χορεύει με πάθος μέχρι το πρωί, να φωνάζει και να χάνει την ψυχραιμία της όταν έπρεπε, να ξενυχτάει κάνοντας μπάνιο στην θάλασσα γυμνή. Και κυρίως μπορούσε να μην την ενδιαφέρει να τα ελέγχει όλα. Μήνες αργότερα άκουσε το κουδούνι να χτυπάει. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Τρέχει στην πόρτα γρήγορα και την ανοίγει. Απ’εξω βρισκόταν ο άνθρωπος εκείνος που είχε μπαστακωθεί στο σαλόνι της πριν από μήνες. Στα χέρια του κρατούσε ένα φάκελο και χωρίς να πει κάτι την αγκαλιάζει και την φιλάει στην καρδιά. Στο σημείο που, τότε στο πάρκο, την είχε πληγώσει ο έρωτας με το βέλος του. Ο έρωτας για την ζωή της. Κι έτσι όπως την είχε αγκαλιά, της έδωσε τον φάκελο. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε.. «Είναι μια επιστολή. Άνοιξε την.» Με πάθος σκίζει το χαρτί και βγάζει από μέσα μια εικόνα. Μια εικόνα περίεργη, ακαθόριστη. Μια εικόνα του κόσμου μας που πάνω του είχε την φωτογραφία της «Τι είναι αυτό, δεν καταλαβαίνω.» «Αυτός είναι ο κόσμος, ο κόσμος που ζω. Κι αυτή είσαι εσύ. Είσαι το συστατικό στοιχείο αυτού του κόσμου που τόσο καιρό είχε ξεχάσει την θέση του, την ομορφιά του και την σημασία του. Το στοιχείο που έλειπε και που τώρα έγινε αυτό που εν δυνάμει ήταν, ένα πανέμορφο και ελεύθερο πλάσμα. Ένα συστατικό στοιχείο που δίνει ομορφιά και πάθος και που είναι απαραίτητο. Αυτή είναι η δική μου συστατική επιστολή για εσένα. Καλώς ήρθες.»

Ο θείος μου

«Ξυρίσου νεαρέ, τα μούσια δεν σε κολακεύουν. Γίνατε ολόκληροι άντρες.» αντήχησε η φωνή του πάνω στους τέσσερις τοίχους του δωματίου, εκεί που σχεδόν πάντα θα έβρισκε κανείς ξαπλωμένο τον πατέρα. «Καλημέρα θείε» απάντησα εγώ που μόλις είχα σκουπίσει το πρόσωπο μου από το πρώτο πρωινό νερό. Στο δωμάτιο δύο μονά κρεβάτια τοποθετημένα με πλάτη στον ένα τοίχο, ένα μικρό κομοδίνο στην μέση να τα χωρίζει, ένα στρόγγυλο σιδερένιο τραπεζάκι στην απέναντι πλευρά με ένα χειροποίητο εργόχειρο της μητέρας επάνω, αριστερά και δεξιά του δύο καρέκλες τοποθετημένες λίγο λοξά και αντίκρυ στην ιματιοθήκη που φιλοξενούσε και τα ρούχα του πατέρα, ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στο Μαίναλο. Ένα μεγάλο παράθυρο όπως η αγάπη που έτρεφε ο ένας για τον άλλο εκεί μέσα. Θυμάμαι την εικόνα του πατέρα ξαπλωμένος στο δεξί κρεβάτι, να κοιτάζει μέσα από το παράθυρο τις κορυφές του Μαινάλου οι οποίες με θάρρος και μπορεί και με λίγο θράσος, αναμετρούνταν με τον ουρανό. Κι εκείνος με την μεγάλη φαντασία του, η οποία και αποτελούσε ένα από τα ισχυρά χαρτιά του στην πάλη με την ανία και τον χρόνο από τότε που άρχισε να κουβαλάει τον βαρύ σταυρό της υποταγής σε ένα ανήμπορο να σταθεί όρθιο σώμα, φανταζόταν τα παλικάρια του να κατακτούν εκείνα τα δυσθεώρητα και απόμακρα ύψη. Μεγάλη μέσα του η χαρά της επιβεβαίωσης της προσδοκίας που είχε για τους γιούς του όταν σήκωνε το τηλέφωνο για να πάρει τον αδερφό του και να του πει για κάποια τους επιτυχία, ξετυλίγοντας πάντα το κουβάρι της αναγγελίας με την προτροπή «Πάρτε τον Κώστα ρε να του το πείτε». Μεγάλη και βαριά και η ιστορία των κρεβατιών του δωματίου. «Είναι τα κρεβάτια του παππού σας και της γιαγιάς σας.» διακήρυττε ο μικρότερος από τα τέσσερα αγόρια της αγορομάνας γιαγιάς μου, ο πατέρας μου, ο Γιώργος τους, με πλεόνασμα ευθύνης και σεβασμού απέναντι στα έπιπλα του Αντώνου και της Σταυρούλας του.

Ο θείος μου κάθισε στην καρέκλα. «Εσύ δεν του λες κάτι;» απηύθυνε τον λόγο στον πατέρα. «Τι να πω ρε Κώστα, άσε με. Μήπως ακούνε και κανέναν; Το ξερό τους το κεφάλι ό,τι τους πει.» Αυτή ήταν η συνήθης διατριβή επάνω στο αξύριστο πρόσωπό μου που όσο κουραστικά αστείο και να ήταν τότε, τόσο αλησμόνητα όμορφο αντηχεί τώρα μέσα στο κεφάλι μου. Σηκώθηκα να πάω να φτιάξω καφέ και η συζήτηση μεταξύ των αδερφών πίσω μου άλλαξε θεματική μορφή. Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψα με την κούπα γεμάτη και το θέμα επανήλθε εκεί που το άφησα. Οι παροτρύνσεις του θείου επιτακτικές και απόλυτες, πάντα όμως έχοντας ένα τόνο ήπιας νουθεσίας και μαζί υπερηφάνειας για τα ανίψια του. «Θείε βαριέμαι, άσε με.» ξεστόμισα με χαμόγελο «Αντώνιε, θα σε χειροτονήσω.» είπε, με την χροιά της φωνής του να φτάνει στ’ αυτιά μου, με τον μοναδικό εκείνο τρόπο που μόνο έναν απόλυτα δικό σου άνθρωπο ακούς. Και απλώνοντας το χέρι του μου έδωσε μια καρπαζιά, πιο πολύ σαν χάδι παρά σαν οτιδήποτε άλλο. Εκείνη την ημέρα μόλις σηκώθηκε από την αριστερή καρέκλα στην οποία πάντοτε καθόταν όταν επισκεπτόταν το δωμάτιο, κοντοστάθηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο προς τον ουρανό. Περίπου προς το μέρος που κοιτούσε πάντα ο πατέρας. Ήξερα τι σκέφτηκε. Δεν το είπα όμως ποτέ.

«Λοιπόν χαιρετώ, θα τα πούμε από βδομάδα.» «Φεύγεις Κωστάκη;» είπε ο πατέρας. «Για κανα-δυο μέρες είπαν θα κάνει πολλή ζέστη και λέμε με την Τροία να κάτσουμε μέσα» είπε. «Εμείς το Σάββατο θα φύγουμε Κώστα» ακούστηκε η μητέρα που μόλις είχε κάτσει ανάμεσά μας και λες και διαπέρασε το πρόσωπο του το πιο κρύο ρεύμα της ατμόσφαιρας κοντοστάθηκε. «Γιατί δεν μπορείτε να κάτσετε μωρέ μια εβδομάδα ακόμα; Θα πάτε πίσω στην χαβούζα;» «Ε εντάξει Κώστα, τα παιδιά έχουν δουλειές κι ο Γιώργης κουράστηκε, δεν μπορεί άλλο εδώ.» Κοίταξε τον πατέρα μου με την απογοητευμένη προσμονή του παιδιού που του πήραν μέσα από τα χέρια του κάτι πολύτιμο και αγαπημένο και αποζητάει να του το δώσουν πίσω. «Κώστα δεν μπορούμε να κάτσουμε, άσε. Ο Σταύρος πρέπει να γυρίσει να πάει στην εφημερίδα και ο Αντώνης έχει δουλειές.» «Καλά μωρέ τόσο σημαντικό είναι δύο μέρες; Να πάρετε λίγο αέρα;» Έκανε παύση και πριν προλάβει να πάρει το λόγο ο πατέρας μου, του τράβηξε τις λέξεις μέσα απ’ το στόμα. «Τες παν. Θα κοιτάξω να έρθω την Παρασκευή αλλά αν δεν σας ιδώ καλό ταξίδι.» Σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι κοίταξε ασυναίσθητα τριγύρω και επιβεβαιώνοντας πως ο Σταύρος κοιμάται μου είπε «Να προσέχετε ρε την υγείας σας. Πες του Σταύρου να κόψει το τσιγάρο, θα το μετανιώσει.» και με δύο βήματα βρέθηκε στην εξώπορτα. Ο θείος μου κάθε φορά που μας χαιρετούσε, δεν είχε την εικόνα του ανθρώπου εκείνου που θέλει να φύγει. Είχε την εικόνα εκείνου που πρέπει να φύγει. Τον συνόδευσα μέχρι έξω όπως πάντα έκανα, με ενδόμυχο ίσως σκοπό να παρατείνω λίγο τον χρόνο μου μαζί του. «Γεια σου θείε» είπα και κοντοστάθηκα στην πόρτα. «Γεια σου νεαρέ» απάντησε και γυρίζοντας την πλάτη του τον άκουσα να μονολογεί καθώς ξεμάκραινε από το σπίτι «γίνατε άντρες», προσπαθώντας να κρατήσει την συγκίνησή του πίσω από μια γνώριμη και ανυποχώρητη σκληρή καλοσύνη.

Στο σπίτι στο χωριό η οικογένειά μας είχε δώσει όλη της την ψυχή. Από τις ημέρες που μπήκαν οι μπουλντόζες και καθάρισαν το σπαρμένο με κάθε λογής άγριες ρίζες χωράφι, μέχρι τις ημέρες που αρχίσαμε να εξοπλίζουμε το σπίτι, πρώτα το ένα και μετά το άλλο με ό,τι ήταν απαραίτητο για ένα νοικοκυριό. Από την είσοδο μέχρι το σπίτι, ο δρόμος, ολόκληρη διαδρομή για τα παιδικά μου μάτια, είχε φυτευτεί εκατέρωθεν με δάφνες και φτάνοντας επάνω μία σεκόγια αριστερά και ένα έλατο δεξιά μας επέβαλαν με την παρουσία τους ένα συναίσθημα μεγαλοπρέπειας. Θυμάμαι τον θείο μου και τον πατέρα μου όταν φυτεύαμε το έλατο με τον αδερφό μου, να μας κοιτάζουν δίνοντάς μας οδηγίες και κατόπιν να μιλάνε για άλλα πράγματα, ακαταλαβίστικα για μένα τότε, τώρα όμως, φέρνοντάς στην μνήμη μου ό, τι μπορώ να θυμηθώ, πλήρως κατανοητά. Μικρές στιγμές που κυριαρχούν επάνω στο είναι των ανθρώπων αισθήματα μικρόψυχα, τιποτένια, λόγια που λέμε αγόγγυστα, αλλά που φέρουν μέσα τους ένταση μεγατόνων και καρφώνονται στο μυαλό και στην ψυχή των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται. Μια τέτοια στιγμή ήταν κι αυτή που τα δύο αδέρφια συζητούσαν εκείνη την ώρα. Όχι για πρώτη ή για τελευταία φορά. Και ο θείος μου, με το ύψος εκείνου που υπηρετούσε την ισορροπία και τον σεβασμό στην νομοτέλεια των ηθικών αξιών επαναλάμβανε με τόνο αυστηρότητας και παραπόνου «Εμείς Γιώργη ποτέ δεν προσβάλαμε και δεν αδικήσαμε κανέναν. Ποτέ δεν σηκώσαμε το χέρι να πάρουμε αυτό που ανήκει στον άλλο.» Και μετά «Το λάθος το μεγάλο ήταν ότι από ευγένεια χαρακτήρα και από ταπεινοφροσύνη πολλές φορές σκύψαμε και το κεφάλι και αρνηθήκαμε και αυτά που μας ανήκαν. Και ο Βασίλης και ο Νίκος, ακόμα κι εγώ.» Για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω με την λογική μου αλλά μόνο με το παράλογο του συναισθήματος, ο Κώστας είχε θέσει εαυτόν ή είχε τεθεί με κάποιον τρόπο από αυτό που λέγεται μοίρα ή ειμαρμένη ως ο προστάτης της οικογένειας ολόκληρης. Αυτός ήταν ο σκοπός του. Και αυτό τον σκοπό τον υπηρέτησε ακούραστα με όλο του το είναι και δείχνοντας περίσσιο ζήλο αφού δεν ευόδωσε να τεκνοποιήσει.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι και έκλεισα τα μάτια μου. Οι εικόνες από την ελληνική επαρχία που έχουν περάσει στα κύτταρά μου, όλες μαζί, πέρασαν εκείνη την ώρα από μπροστά μου. Καλοκαίρι στο χωριό. Ξύπνημα αργά, μεσημέρι με μισοφαγωμένες φλούδες από καρπούζι στα λευκά πιάτα μπροστά μας και με τις μύγες γύρω-γύρω να κάνουν σαματά για το ποια θα κάτσει πρώτη επάνω. Τα εξώφυλλα της πόρτας και των παραθύρων μισόκλειστα τόσο ώστε μόνο ο αέρας να μπορεί να τρυπώσει και να παίξει με τις κουρτίνες και μετά απόγευμα με το ποδήλατο. Μια βόλτα μέχρι εκεί που τότε ήταν ένας άλλος κόσμος και σήμερα είναι απλά η απέναντι γωνία ή το διπλανό δέντρο. Βόλτες, τρεχάλες, τσακωμοί και χάχανα με τους φίλους του καλοκαιριού, έως την ώρα που ένα-ένα θα άναβαν τα φώτα του σπιτιού. Ο πατέρας στην μπροστινή βεράντα να λύνει σταυρόλεξα υπό το φως μιας αχνής λάμπας ή άλλοτε να συνομιλεί με φίλους και επισκέπτες, η μητέρα να πηγαινοέρχεται μεταξύ κουζίνας, πλυσταριού και των από νωρίς απλωμένων ρούχων, το φως στα υπνοδωμάτια κλειστό για να μην μπαίνουν κουνούπια και η μπροστινή πόρτα πάντα ανοιχτή για να μπαίνουν στο σαλόνι. Κι όλα αυτά να συνοδεύονται από τις δικές τους μυρωδιές και ήχους. Μυρωδιές διάφορες και μπερδεμένες, λίγο από βουνό και, χωρίς ενδοιασμούς ή ερωτηματικά, λίγο από θάλασσα, βελανίδια και έλατα, πεύκα ή και αρμυρίκια και ήχοι από κύματα που μέσα στο μυαλό μας γίνονται αέρας που φυσάει τα κλαριά μιας λεύκας ή γρύλλοι που κάποτε ήταν τζιτζίκια και νυχτοπούλια και το χοροπηδητό μιας μπάλας στην άσφαλτο την ώρα που από μακριά έφτανε ο ήχος ενός διερχόμενου αυτοκινήτου καθώς ο οδηγός του το απομάκρυνε από εμάς. Άκουσα την φωνή της, σίγουρη, σταθερή, έτοιμη. Δεν άνοιξα τα μάτια μου. Ξαναφώναξε, λίγο πιο δυνατά αυτή την φορά έτσι όπως επιβαλλόταν. Η μητέρα είχε εκτελέσει κι εκείνη την ημέρα το βαρύτιμο και πολυσήμαντο καθήκον της. Είχε μαγειρέψει για την οικογένεια. «Σταύρο, Αντώνη ελάτε. Έτοιμο το φαΐ.» Και κάπου εκεί ανάμεσα στο φαΐ και στις συζητήσεις που πλέκονταν από πάνω του, η φιγούρα του πανταχού παρούσα, ο θείος μου, είτε για ένα τηλέφωνο που δεν του κάναμε, είτε για μια δουλειά που πρέπει να κάνουμε, είτε για μια αναφορά στην πολύβουη ζωή του, είτε γιατί έτσι στην υγειά του.

Όταν όλα τα γεγονότα έχουν πλέον δρομολογηθεί και ο χρόνος έχει διεκπεραιώσει το καθήκον του, πάντα εκ των υστέρων, συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο είναι να μιλάς για ένα αγαπημένο σου πρόσωπο σε παρελθόντα χρόνο. Μόνο σε παρελθόντα χρόνο. Σε έναν αόριστο απόλυτο και μη αναστρέψιμο. Ο Κώστας ήταν το πρόσωπο των παιδικών μας χρόνων που, σίγουρα για εμένα, αποτέλεσε πηγή θαυμασμού και πρότυπο ενηλικίωσης. Αν δεν ήταν ο αγαπημένος μου θείος, ο δεύτερος πατέρας μου, σίγουρα θα ήταν κάποιο μυθικό πρόσωπο, κάποιος ήρωας της Ιστορίας μας ή εκείνος ο απανταχού παρόν προστάτης των αδυνάτων και των φτωχών που διαβάζαμε στα παραμύθια και βλέπαμε στην τηλεόραση. Άριστο στο εξατάξιο γυμνάσιο το δεύτερο παιδί του Αντώνου και της Σταυρούλας, αριστεύσας της σχολής Ικάρων, απόφοιτος της ακαδημίας Τριπόλεως και υπότροφος του γερμανικού κράτους στην τρίτη κατά σειρά ειδικότητά του ως ηλεκτρολόγος μηχανικός, με μια ζωή γεμάτη περγαμηνές, ένταση και επιτυχίες. Αλλά δεν είναι αυτά που έκαναν και κάνουν τα μάτια μου να λαμπιρίζουν από βαθύ αίσθημα χαράς όταν ο Κώστας ήταν και είναι στον γύρω χώρο, είτε φυσικά είτε νοητά. Δεν ήταν τα κατορθώματά του ως πιλότος, οι επιτυχίες του ως μηχανικός, οι φιλολογικές του γνώσεις ως δάσκαλος. Ήταν η φωνή του, ήταν η πλακουτσωτή μύτη που απέκτησε μετά από την άγαρμπη επέμβαση του γιατρού που του έβγαλε τα κρεατάκια, το ταπεινό αλλά όχι μετριοπαθές του χαρακτήρα του, ίδιον ανθρώπου με μεγάλο πνευματικό επίπεδο και επίγνωση της ανθρώπινης υπόστασής του, οι άπειρες επιπλήξεις και νουθεσίες που ουδέποτε έφεραν σκωπτική χροιά, η στωική του στάση που από καιρού εις καιρόν εκμηδένιζε σε απόλυτα ρεαλιστικά επίπεδα την ίσως λίγο πιο ανάλαφρη και ρομαντική σκοπιά των γύρω του. Είναι η ψυχική του δύναμη που τον έκανε και έκοψε το κάπνισμα και το ακέραιο των επιλογών και των αποφάσεών του. Είναι αυτά που τελικά κάνουν τον άνθρωπο να κοιτάζει κατάματα τον Θεό και παρά το ότι γνωρίζει την φύση του, να του ζητάει τον λόγο και να απαιτεί από αυτόν, υψώνοντας το παράστημά του, πατώντας πάνω στο αδέκαστο της ηθικής του, της αξιοπρέπειάς του και ενός αρχαίου αισθήματος διακιοσύνης. Είναι το καμάρι που ένιωθα κάθε φορά που άκουγα πόσο του μοιάζω στην κοψιά. «Κώστα κοίτα τα δάχτυλα του Αντώνη, ίδια τα δικά σου! Ίδια κοψιά ρε..» ακούω την μάνα μου μέσα στο κεφάλι μου να λέει ακόμα. Όλα αυτά που κάνουν έναν άνθρωπο να λες πως είναι δικός σου και που κανείς μας δεν τα λογαριάζει μέχρι την κρίσιμη ώρα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ανθρώπων μας που αλλοιώνονται στην θωριά μας, μέσα στην σιγουριά της καθημερινής επαφής.

Ήρθε από πάνω μου και με σκούντηξε «Ξύπνα, πρέπει να φύγετε αγόρι μου». «Ναι μάνα. Τι ώρα είναι;» ρώτησα νομίζοντας προς στιγμήν πως θα μου πει πάλι πως το φαΐ είναι έτοιμο. Όμως δεν επρόκειτο για κάτι τέτοιο αυτή την φορά. Είχαμε αργήσει. Σηκώθηκα και ετοιμάστηκα γρήγορα, φορώντας λιγάκι άτσαλα τα φρεσκοσιδερωμένα από το προηγούμενο βράδυ ρούχα. Ο δρόμος για την Τρίπολη ήταν βαρύς. Μετά την σήραγγα του Αρτεμίσιου πάντα αισθανόμουν πως φτάσαμε στο χωριό. Κοίταξα το βουνό μου από μακριά και για πρώτη φορά στην εικόνα του κάτι μέσα μου με τρόμαξε. Τελευταία φορά τον είδα στον θάλαμο επισταμένης φροντίδας στο νοσοκομείο Υγεία. Του χάιδεψα το πόδι και του έδωσα ένα φιλί στο στέρνο. Έβαλε τις φωνές και πίσω από την μάσκα οξυγόνου άκουσα που μου είπε «Αντώνιε σταμάτα! τι με φιλάς; τελευταίον ασπασμόν;» Αντέδρασα κι εγώ με φωνές. Εκεί, μέσα στον θάλαμο. Τον κοίταξα καθώς έβγαινα και στο βλέμμα του είδα την σπίθα εκείνου που παλεύει. Εκείνου που δεν θέλει να φύγει. Εκείνο το φιλί όμως ήταν όντως τελευταίος ασπασμός, το ένιωθα. Ο ασπασμός που επ’ ουδενί δεν ήθελα να δώσω στο θείο μου μέσα στην εκκλησία, όταν θα είχε πλέον παραδοθεί. αλλά που ήθελα να του τoν δώσω όταν ακόμα πάλευε. Όταν ακόμα κράδαινε το πηδάλιο του πιλότου και πάσχιζε να προσγειώσει το spitfire που πέταγε πάνω από τις κορυφές των βουνών της Πατρίδας του.

Και το προσγείωσε και αυτή την φορά.
Για πάντα.

Αιέν Υψιπετείν Κώστα.

Εις μνήμην του θείου μου,
Κωνσταντίνου Α. Παπαντωνίου

Η βόλτα

images
Εκείνη την ημέρα είχε φύγει νωρίτερα από την δουλειά. Έπρεπε να φύγει, ένιωθε αφόρητα. Το πώμα από το σκούρο μπουκάλι που κρατούσε στα χέρια της πετάχτηκε με δύναμη και το άρωμα από το μοσχάτο «Λημνιά Γη» έφτασε γρήγορα μέχρι τα ρουθούνια της. Καθισμένη στον καναπέ ήπιε γρήγορα το πρώτο ποτήρι. Δεν το συνήθιζε τέτοια ώρα, μεσα στο καταμεσήμερο να πίνει αλκοόλ, αλλά εκείνη την ημέρα το δροσερό κρασί έπεσε μέσα της σαν φάρμακο. Το είχε απόλυτη ανάγκη, έπρεπε να αποδυναμώσει την σκέψη της, να την υποτάξει, να την κλειδώσει κάπου και να την αφήσει εκεί μέσα για πάντα. Αχαλίνωτη δύναμη η μνήμη. Όταν δεν την θες είναι παρούσα και όταν επτακτικά την χρειάζεσαι σε προδίδει χωρίς διακιολογίες και ενδοιασμούς. Και τώρα αντιστεκόταν σθεναρά. Την βασάνιζε. Την πίεζε. Και σε κάθε της προσπάθειά της να την χαντακώσει, σε κάθε γρονθοκόπημά της αυτή την έφτυνε όλο και πιο βίαια καταπρόσωπο. Ήπιε γρήγορα και το δεύτερο ποτήρι. Ασφυκτιούσε. Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Το παρελθόν ήταν παντού. Τελικά το αποφάσισε, δεν έφταιγε αυτή. Το δωμάτιο έφταιγε. Πριν βάλει πάλι τα κλάματα αφήνωντας το άγχος και τον πόνο να την νικήσουν πάλι, ήπιε γρήγορα το τρίτο ποτήρι και φόρεσε το παντελόνι της αποφασιστικά, μια γκρι φόρμα κι από κάτω ένα ζευγάρι λευκά αθλητικά παπούτσια αφημένα στην γωνία του δωματίου, σαν κι εκείνα που πάντα φορούσε ο μπαμπάς της στις πρωινές του βόλτες στο βουνό. Την στιγμή που άκουσε την πόρτα πίσω να κλείνει είχε ήδη πιάσει την κουπαστή της εξωτερικής σκάλας και κατέβαινε τα ντυμένα με μάρμαρο σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο ισόγειο της πολυκατοικίας.

Το τρόλεϋ θα ξεκινούσε σε λίγα λεπτά για να φτάσει μισή ώρα αργότερα στο κέντρο της Αθήνας, εκεί που ήθελε να πάει. Μπήκε μέσα και κοίταξε με ανυπομονησία να βρει την θέση που πάντα της άρεσε να κάθεται . Δεν ήταν άδεια. Ένας τύπος με καβουράκι και σκούρο παλτό, μάλλον κάποιας ηλικίας την είχε προλάβει. Όλες οι θέσεις άδειες και αυτός πήγε και κάθησε στην μοναδική θέση που ήθελε να βρει άδεια. «Ας είναι, δεν μπορώ να στεναχωρηθώ τώρα και γι αυτό» σκέφτηκε, και πλησίασε για να καθίσει λιγάκι πιο πίσω. Περνώντας μπροστά από τον κύριο με το καβουράκι του έριξε μια κλεφτή ματιά. «Παππού που πας εσύ τέτοια ώρα;» είπε ξαφνιασμένη . «Έλα βρε παιδί μου εσένα περιμένω, δεν είχαμε πει να πάμε στο μοναστηράκι να με βοηθήσεις να βρούμε αυτά που χρειάζομαι για εκείνο το καράβι που φτιάχνω; Το ξέχασες κι όλα;». Μια σκέψη αναταραχής την κυρίευσε. Πότε το είχαν πει; Τι είχαν πει ακριβώς; Μάλλον η σύγχυση της ημέρας την είχε παρασύρει και είχε ξεχάσει αυτά που δεν έπρεπε να ξεχάσει. Κι όμως ναι. Το είχαν πει. Τι ευχάριστη έκπληξη που ήταν εκεί ο παππούς της. Όχι δεν θα του χαλούσε χατίρι σε καμία περίπτωση. «Όχι βρε παππού μου δεν το ξέχασα, πως να το ξεχάσω! Άντε, πάμε.» είπε χαμογελώντας καθώς κάθιζε τον εαυτό της στο άδειο κάθισμα δίπλα ακριβώς από τον παππού. Ομορφάντρας ο παππούς. Ψηλός ίσα με ένα κυπαρίσσι και αρχοντάνθρωπος. Από μικρός είχε μάθει στα δύσκολα, αυτοδημιούργητος. Δούλεψε πολύ στην ζωή του και η αλήθεια είναι ότι τα κατάφερε. Νέος , σχεδόν πιτσιρίκι ήταν όταν τον είχαν πάρει στο μεγάλο ξενοδοχείο των Αθηνών, στην Μεγάλη Βρετανία, για να υποδέχεται τους ακριβούς πελάτες. Πάντα είχε καλούς τρόπους και ευγενική φυσιογνωμία αλλά εκεί μέσα ήταν που όλα αυτά τα καλλιέργησε πιο πολύ. Καλύτερα κι από σχολείο, είχε μάθει να συμπεριφέρεται με ευγένεια και ευστροφία προκειμένου να ικανοποιήσει ανθρώπους δύσκολους. Και όχι μόνο κατάφερε να κάνει την δουλειά του χωρίς να δημιουργήσει κανένα πρόβλημα, αλλά έγινε έμπιστος και συμπαθής. Τον λάτρευε τον παππού της, κι ας την εκνεύριζε μερικές φορές αφάνταστα. Κι αυτός της είχε αδυναμία μεγάλη. Όπως και στην άλλη κοπέλα του. Την γιαγιά της. Με μια απαλή κίνηση, ο παππούς την σήκωσε στα χέρια του και την πήρε στα πόδια του. «Έλα κάτσε εδώ να βλέπεις καλύτερα.» Ένα γελάκι της ξέφυγε κι αυτός όλο καμάρι για την εγγόνα του την έσφιξε στην αγκαλιά του.

Δίπλα τους το παράθυρο ήταν ανοιχτό και το αεράκι έμπαινε μέσα στο μεγάλο επιβατικό χτυπώντας την αυθάδικα στο πρόσωπο. Και σαν να μην έφτανε ο αέρας, μια ηλιαχτίδα έπεσε για λίγα δευτερόλεπτα στο μέτωπο της και μαζί της μια μυρωδιά από λευκό μοσχάτο. Το όχημα κατέβαινε με ταχύτητα την μεγάλη κατηφόρα που ενώνει το Παγκράτι με την Αθήνα περνώντας μπροστά από την εκκλησία του Άγιου Σπυρίδωνα. Οδός Ερατοσθένους. Στην συμβολή με την Βασιλέως Κωνσταντίνου το φανάρι άναψε κόκκινο και το επιβατικό σταμάτησε κάπως απότομα πίσω από ενα μικρό μπουλούκι ποδηλάτων. Μπροστά από το καλλιμάρμαρο οι πόρτες άνοιξαν και ένας άντρας ανέβηκε καθώς δύο κυρίες κατέβαιναν λίγο πριν το αριστερό φλας αρχίσει να αναβοσβήνει και οδηγός ξαναβάλει αθόρυβα το όχημα στη ροή των Αθηναϊκών αυτοκινήτων. Ένας γέρος με καπαρντίνα και κασκόλ στις μπροστινές θέσεις έβηχε όλη την ώρα, δύο παιδιά που έμοιαζαν με παλιά φωτογραφία έπαιζαν μεταξύ τους στα πίσω καθίσματα, μια τσάντα από καφέ σκούρο δέρμα κουνιόταν πέρα δώθε, με μόνο σχέδιο επάνω της το χέρι της κυρίας που την κρατούσε, όρθια μπροστά στην πόρτα. Τα τρόλευ είναι σαν πλατείες, σκέφτηκε. Σαν κινουμενες πλατείες. Άνθρωποι περνάνε και κάθονται δίπλα δίπλα συζητώντας μεταξύ τους ενώ κάποιοι άλλοι όρθιοι κοιτάνε γύρω τους απομονωμένοι στις σκέψεις τους. Και όλοι περαστικοί. Κανέναν δεν θα θυμόταν αυριο και κανείς δεν θα την θυμόταν. Μόνο η φωνή του παππού της που της εξηγούσε τι βλέπουν έξω από το παράθυρο και το ζεστό του χέρι θα έμενε για πάντα στην μνήμη της. Και ούτε όλο το κρασί του κόσμου δεν θα την έκανε να το ξεχάσει ποτέ.

Το καμπανάκι που καλούσε τον οδηγό να σταματήσει ήχησε και η πόρτα από το μακρύ κίτρινο επιβατικό άνοιξε. Με ένα μεγάλο βήμα ο παππούς και η εγγόνα του βρέθηκαν στον δρόμο. Ο αέρας της Αθήνας ήταν ζεστός και μύριζε κάτι λίγο από καλές ημέρες και γιασεμί. Ο παππούς δίπλα με την παρουσία του υπογράμμιζε αυτή την μυρωδιά. Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε πάνω στο πεζοδρόμιο. Πόσο της άρεσε που την προστάτευε. Ευγενικός, μορφωμένος, γεμάτος καλά αισθήματα και προστάτης. Δίπλα του ήταν σίγουρα ασφαλής. Τον κοίταζε πως μιλούσε με τους μικροπωλητές και κανόνιζε το παζάρι του δίνοντας ακριβείς οδηγίες για αυτά τα τσιμπράγκαλα που ήθελε να αγοράσει την επόμενη φορά και το μυαλό της έτρεχε μακριά, σε καράβια και σε εποχές που δεν μπορούσε ποτέ να ζήσει αλλά μόνο να φανταστεί και ίσως με κάποιο τρόπο, να θυμηθεί.

Φτάσανε σε έναν πάγκο έμπλεο από μικρά και διαφορετικά αντικείμενα. Κάποια εύκολα αναγνωρίσιμα, ήξερες τι είναι και σε τι χρησίμευαν ενώ κάποια άλλα όχι. Έτσι δεν ήταν μήπως και η ψυχή της; Έμπλεη συναισθημάτων και εικόνων. Με μία αφθονία που πολλές φορές την τρέλαινε αφόρητα –όπως το μεσημέρι πριν την βόλτα- γιατί σαν άλλος πάγκος κι αυτή η ίδια, πολλά από αυτά που είχε μέσα της τα κατανοούσε, ήξερε τι είναι και που χρησιμεύουν ενώ άλλα τόσα όχι. Και το μεσημέρι πριν απ’ την βόλτα ένιωθε μέσα της να δυναμώνουν τόσο πολύ όλα αυτά τα δυσνόητα. Τώρα όμως ήταν με τον παππού της, ανάμεσα σε χρώματα και μυρωδιές που την είχαν κάνει να τα έχει όλα σχεδόν ξεχάσει. Αυτά την έκαναν. Όχι το κρασί. «Τι όμορφη κοπέλα είναι αυτή!» ακούστηκε η φωνή του πωλητή. «Η εγγόνα μου. Χαιρέτησε τον κύριο καλή μου.» «Έλα βρε παππού, δεν είμαι 4 χρονώ. Αμάν.» «Ναι μεγάλωσε η κοκόνα μου. Έγινε γυναίκα. Γεια σου Βαγγέλη. Θα πάω να δοκιμάσω να δω αν κάνουν αυτές οι βίδες και θα σου ξανάρθω να πάρω αυτά που είπαμε.» Απλά και ευγενικά, όπως αυτοί οι άνθρωποι που έχουν την ηρεμία της σιγουριάς, όπως αυτοί που έρχονται από το βαθύ παρελθόν και σε συντροφεύουν οδηγώντας σε, σ’ένα μακρινό μέλλον, έτσι έσπρωξε ο παππούς τον περίπατό του με την εγγόνα του από πάγκο σε πάγκο, από γωνιά σε γωνιά και από βίωμα σε βίωμα.

[…]

Μητροπόλεως και Μνησικλέους γωνία. Μια ξανθιά κοπέλα μπροστά σε ένα μαγαζί, με ευλάβεια τοποθετούσε σε ένα καλαθάκι βότανα και σαπούνια. Το πεζοδρόμιο είχε μετατραπεί σε κήπο. «Το Καλαθάκι» μόλις την προηγούμενη εβδομάδα είχε πλεχτεί και είχε ανεβάσει τα εξώφυλλά του και την άλλη ημέρα θα του έκαναν τα εγκαίνια, έτσι έλεγε η πρόσκληση που τους έδωσαν. «Εδώ θα έρθω οπωσδήποτε κάποια μέρα» σκέφτηκε, «Τι τέλειο μέρος!». Κι εκεί δίπλα, κάτω από ένα γκρι πανωφόρι, μια βαριά γενειάδα και βλέμμα απασφαλισμένο, έτοιμο να πυροβολήσει, ένας κύριος σαν παλιός μπάτλερ σέρβιρε με το ακορντεόν του έναν πολύ γνωστό της ρυθμό από τα παιδικά της χρόνια. Δεν θυμόταν ποια ακριβώς μουσική είναι και μέχρι να το συνειδητοποιήσει είχαν στρίψει στην Ευαγγελιστρίας. Κάπου εκεί στο Ζάππειο μέσα από το τρόλεϋ της επιστροφής την ξανάκουσε “Dance me through your beauty with a burning violin” ήταν οι στίχοι. Έπρεπε να είχε πιει κι άλλο. Έπρεπε να μην το είχε αφήσει να συμβεί αυτό. Όλο το απόγευμα με τον παππού της δίπλα της είχε ξεχάσει τα πάντα. Όλης της η ψυχή ήταν ευγνωμονούσα στον παππού για την ηρεμία που της είχε προσφέρει μετά από μια τόσο άσχημη μέρα. «Αλίκη μου χτύπα το κουδούνι, αυτός ο βλάκας ξέχασε να μας ανοίξει την πόρτα να κατεβούμε. Ε φίλε άνοιξε την πόρτα. Δεν ακούς; Άνοιξε.» φώναζε ο παππούς κι εκείνη χτυπούσε το κουδούνι επίμονα και με ένταση αλλά τίποτα. Ώσπου ένα χέρι από πίσω την έπιασε απότομα και την ταρακούνησε. Γύρισε τρομαγμένη. «Έλα αγάπη μου. Ήρθε η ώρα. Πρέπει να φύγουμε. Μας περιμένουν, ο μπαμπάς έφυγε.» «Μαμά; Τι..» «Σήκω αγάπη μου. Μας περιμένουν στο νεκροταφείο.» «Μαμά μου, ο παππούς.. μαμά δεν μπορεί.» «Σώπασε αγάπη μου. Σώπασε. Είμαστε οι δύο μας εδώ μαζί. Έλα.» Μάζεψε το ποτήρι από το πάτωμα, σφούγγισε το χυμένο κρασί σαν να ήταν τα δάκρυα της και σηκώθηκε. Το τρόλεϋ είχε φτάσει.

Τον αγαπούσε τον παππού της. Κι αυτός την αγαπούσε πολύ. Κι όπως κάθε χωρισμός, έτσι κι αυτός επιβεβαιώνει ότι η αγάπη δεν βρίσκεται στην αιώνια συμβίωση, αλλά στις ελάχιστες εκείνες στιγμές που μας διαμορφώνουν. Κι έρχονται οι άνθρωποι και γνωρίζονται και χωρίζουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και τώρα που ο παππούς με την εγγόνα του χώρισαν, μήπως δεν αγαπιούνται;