Το μπαλκόνι

IMG_1716-001Το σκηνικό είχε ως εξής: τετράγωνο μπαλκόνι στο μέγεθος υπνοδωματίου, μια τέντα από πάνω αντί για σκεπή, τραπέζι και καρέκλες φερ φορζέ σε χρώμα πράσινο ιριδίζον -ναι από εκείνες που έντυναν τις αυλές και τις βεράντες τις ελληνικής κοινωνίας στα 70’s- αρκετές γλάστρες ολόγυρα διαφόρων μεγεθών, ένα ξύλινο μπαούλο από την μία πλευρά του τραπεζιού, ένα παγκάκι από την άλλη ακουμπισμένο στον τοίχο και ένα πλαστικό σπιτάκι σκύλου κάπου εκεί γύρω. Και ποίος δεν θα ήθελε να κάθεται σ’αυτό το μπαλκόνι; Οι παριστάμενοι, όχι τόσο θαμώνες όσο καλοί φίλοι έριχναν τις κουβέντες τους σαν ψιλόβροχο πάνω στο μουσικό χαλί που πλεκόταν από κόμπους της νεότερης λαϊκής παράδοσης, της περιόδου εκείνης που μιλάει για καταστάσεις λίγο απαγορευμένες και λίγο δύσκολες και που σήμερα τις ξαναζούμε μέσα όμως από ένα κάδρο ασφάλειας και ηρεμίας. «Έλα βάλε λίγο ακόμα, μην τσιγκουνεύεσαι» η μόνη γυναικεία φωνή της παρέας, αυτή της Μαίρης, σε τόνο θεατράλε, που μπορεί και να μην τον καταλάβαινε η ίδια αλλά στα αυτιά των υπολοίπων έτσι ηχούσε, έδωσε εντολή προτείνοντας το άδειο ποτήρι της. «Αμάν, μας έπρηξες.. δεν είναι νερό, κρασί είναι!» και χαμογελώντας ο Άλκης, έγειρε το γεμάτο κρασί μπουκάλι πάνω από το ανήσυχο στόμιο του ποτηριού. Ο Άλκης ιδιοκτήτης του σπιτιού, λίγο πριν τα 30, καθόταν στο ακουμπισμένο στον τοίχο παγκάκι με το δεξί του χέρι προτεταμένο επάνω στο ξανθό κοντό τρίχωμα της σκυλίτσας που κείτοταν ακριβώς δίπλα του πάνω σε ένα κόκκινο -μάλλον- μαξιλάρι, καταλαμβάνοντας κουλουριασμένη και ισχνή την δεξιά αυτού θέση.  Όλοι ξέραμε τι έχει η Λιδα. Είχε συζητηθεί πολλές φορές και μεταξύ μας και δημόσια, αφού και ο Άλκης δεν άφηνε κανενα περιθώριο να σκεφτεί κάποιος πως δεν την φρόντιζε και δεν τον ενδιέφερε. Το αντίθετο μάλλον. Μάλιστα, είχε σχολιαστεί πολλές φορές το πόσο πολύ είχε δεθεί μαζί της, παρά το γεγονός πως δεν την είχε και τίποτα χρόνια στο πλάι του αλλά μόνο μερικούς μήνες. Ήταν πολύ χαρούμενος για το σκυλάκι του όπως και για το ότι ειχε κανει και αυτό το μεγάλο βήμα να μένει μόνος του. Ο συνδυασμός δε με το οτι είχε υπό την προστασία του κι ένα κατοικίδιο, του έδινε διπλό αίσθημα ευθύνης αφου πολλοί λένε ότι είναι σαν έχεις ενα παιδί, τόσο μεγάλο πραγμα.

Ο Βάγγος στην απέναντι ακριβώς άκρη, με φωνή σε τόνο μείζονα χαρούμενο, αλλά λίγο πειραχτική και απότομη, τίναξε το χέρι του στον Γιάγκο που καθόταν απέναντί του κρατώντας την κιθάρα, απαιτώντας του πάλι να κουρδίσει, χωρίς να φοβάται πως θα παρεξηγηθεί αφού οι δύο τους ήταν φίλοι λίγο παραπάνω από το κανονικό, κι αυτό γιατί έτσι γίνεται με τους ανθρώπους που μετράνε σχεδόν δύο -ίσως και παραπάνω- δεκαετίες παρέας. Τύπος λιγομίλητος, με μεγάλη δόση πνεύματος και χιούμορ στα λεγόμενά του, καλλιτεχνική μορφή με μαλλί φουντωτό και απεριποίητο, ίδιο με το μούσι του και τα ρούχα του αλλά καθόλου με την συμπεριφορά του, πάλευε με το μπουζούκι να βρει τον ρυθμό του Γιάγκου, όχι τόσο γιατί έφταιγε ο ίδιος αλλά όσο γιατί ο φίλος του είχε απορροφηθεί εντελώς από τις μελωδίες του Μπαϊρακτάρη, των κουτσαβάκιδων και της φαλτσέτας, και δεν τον ενδιέφερε και πολύ τι γινόταν γύρω του εκείνη την ώρα. Το φοβερό, βέβαια, ήταν στο πως κάθε φορά αφου έπαιζαν τις δύο πρώτες συγχορδίες κι αφού ο καθένας είχε το δικό του χαβά, σταματούσαν, ο Βάγγος -υποτίθεται νευριασμένος- μετρούσε σε έναν δικό του ρυθμό και χωρις να κοιταχτούνε άρχιζαν και οι δύο να παίζουν απόλυτα συγχρονισμένα σε ένα άλλο ρυθμό, τρίτο, καμία σχέση με τους προηγούμενους. Και έπαιζαν πραγματικά ωραία.
«Πάντως είναι πολύ ωραίο κρασί» είπα «Ναι, αυτό πήγα να πω κι εγώ» συμφώνησε η κοπέλα της παρέας.
«Μπορώ να έχω παρακαλώ ένα υπέροχο, φρέσκο, δυνατό και δροσερό ποτήρι νερό;» είπε ο Σπύρος που καθόταν πάνω στο μπαούλο δίπλα στον Βαγγέλη και ειχε πλάτη στο στηθαίο της οικοδομής. Κάνοντας πάντα την ίδια τεράστια εισαγωγή, έδινε ένα τόνο υπεροχότητας στην καταπίεση που έπρεπε να ασκήσει στην εαυτό του, προκειμένου να συμβιβαστεί τέτοιες ώρες και με τέτοιες παρέες σε μόνο ένα ποτήρι νερό, την ώρα που, φυσικά, οι υπόλοιποι γύρω του απολάμβαναν με ευχαρίστηση την ελαφρότητα της συνουσίας με το αλκοόλ.

«Η αλήθεια είναι ότι δεν το καταλάβαμε καθόλου ότι σ’αρέσει Μαίρη. Σπύρο δεν έχει αλλο εδω, πάω να σου φέρω» απάντησε ο Άλκης παίρνοντας το χέρι του πάνω από την Λίδα, προκειμένου κατόπιν να σηκωθεί ολόκληρος για να φέρει το πανέμορφο, παγωμένο ποτήρι νερό στον Σπύρο και μαζί με το νερό να φέρει και την ανησυχία στα μάτια της σκυλίτσας του, της οποίας το σώμα τεντώθηκε και το κεφάλι ανασηκώθηκε παρακολουθώντας την κίνηση του αφεντικού της με τα μάτια μεγάλα, λίγο πιο μεγάλα από το φυσιολογικό αφού το αποστεωμένο της σώμα τα μεγένθυνε, και η οποία παρέμεινε στην θέση της, με τον ορό να κρέμεται πάνω από το κεφάλι της σε ένα αυτοσχέδιο στήριγμα, αποτελούμενο από καρφί και σιδερένια κρεμάστρα και με την υγεία της σε πλήρη ταύτιση με το στήριγμα, να κρέμεται κι αυτή απο μια κλωστή.
«Το καλό μου» είπε η Μαίρη με την θεατρική της φωνή να κατεβαίνει μισό τόνο, χαϊδεύοντας το πόδι της σκυλίτσας.
«Θα έρθετε φέτος Σύρο;» ρώτησε ο Άλκης αφήνοντας το μπουκάλι το νερό στο τραπέζι για να το πάρει ο Σπύρος με νεύμα ευχαρίστησης. «Θέλω πολύ. Να πάω και στο σπίτι του Μάρκου» αναστέναξε ο Γιάγκος, κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση με το κεφάλι και το χέρι που κάνουν όλοι όσοι έχουν πλούσια κόμη και την τοποθετούν προσωρινά πίσω από το αυτί.
«Έλα να σου πω, πότε θα πάτε;» και η συζήτηση στην αριστερή γωνία του τραπεζιού ανοίχτηκε πάνω σε καλοκαιρινά σκαριφήματα, την ώρα όμως που το δικό μου αυτί επικεντρώθηκε σε μια άλλη πιο ενδιαφέρουσα, κατ’ εμέ ,κουβεντούλα και της οποίας το νήμα μόλις άνοιγε ο Βάγγος πάνω στο «..λοιπόν μαγκες» που μόλις ειχε ακουστεί δια στόματος Γιάγκου.
«Ποία η διαφορά του μάγκα από τον μόρτη, ξέρεις;»  ρώτησε.
«Μαλακία θα πει τώρα, το ξέρω» σκέφτηκα, έτοιμος να γελάσω με το ευφυές χιούμορ του Βάγγου, δημιουργώντας ένα χαζό χαμόγελο στο πρόσωπό μου καθώς πρόφερα την αντωνυμία «ποια;» «Βασικά δεν υπάρχει διαφορά» είπε κοφτά και δεν γινόταν να μην γελάσω, έχω γελάσει με πολύ χειρότερα αστεία και τώρα ήμουν έτοιμος να το κάνω, αφού ο συνδυασμός του «αστείου» με το πρόσωπο που εξιστορεί ή επιχειρεί να διασκεδάσει τους άλλους, αυξάνει την επίδραση του αστείου, και ίσως κατά μία έννοια το πρόσωπο έχει μεγαλύτερη σημασία κι από το ίδιο το ευφυολόγημα.
«Βέβαια δεν θέλω να πω αυτό. θέλω να πω ότι το μόρτης βγαίνει από το ιταλικό mort και βγαίνει απο τον μεσαίωνα όταν τους νεκρούς από την χολέρα τους έδιναν να τους θάψουν οι πιο σκληροί τύποι, τα πιο αλάνια. Από κει βγαίνει. Μόρτες ρε φίλε είναι οι πεθαμενατζήδες, έτσι για να ξέρεις αν στην πέσει κανείς τι backround παίζει.» «Ω ρε φίλε.. του λες και ένα «άντε ρε τράβα μάζεψε κανά πτώμα» αμα λάχει και τελειώνεις..» Γελάσαμε. «Το μάγκες;» «Το μαγκες δεν ξέρω από που βγαίνει οπότε μην ρωτάς. Έμαθες πολλά για σήμερα, τέλος» «Εγώ νόμιζα ότι βγαίνει από το Μάρτης» πέταξε ο Σπύρος. «Ε;» κοίταξα με απορία καταλαβαίνοντας το αστείο του, αλλά θέλοντας να τον πικάρω για το κρύο χιούμορ του που ήταν και το μεγάλο του χαρακτηριστικό μετά το πάθος του για χορό. «Μάρτης-μόρτης, ξέρεις τώρα.» «Ααααα σταμάτα» φωνάξαμε και οι δύο με τον Βαγγέλη και αμέσως μετά βάλαμε τα γέλια. Κοίταξα τον Σπύρο ο οποίος ειναι μια άλλη εκδοχή του Στάθη από το Ράδιο-Αρβύλα. Σίγουρα πράγματα. Το ότι βέβαια κι εγώ γελάω πολύ με τα αστεία του, μάλλον δείχνει ότι έχουμε το ίδιο χιούμορ, κάτι για το οποίο δεν θέλω να μιλάω και πολύ.

Καθισμένη υπομονετικά δίπλα στον οικοδεσπότη μας, η σκυλίτσα απολάμβανε -και ποίος δεν θα απολάμβανε- αυτή την ομήγυρη. Η διάταξη των ποτηριών και των καπνών πάνω στο τραπέζι άλλαξε αρκετές φορές κατά την διάρκεια της νύχτας, όπως και η διάταξη των λέξεων που χρησιμοποιούσαμε στις προτάσεις. Το κρασί, ο καπνός, το στρίψε μου κι εμένα ένα, ο Μάρκος, η Σύρος, η Λίδα αναμιγνύονταν και μεταξύ τους και με διάφορες προθέσεις και συνδέσμους και γέλια, σε όλων των ειδών τους συνδυασμούς. Σταμάτησα να μιλάω και απλά άκουγα, όχι απαραίτητα κάτι συγκεκριμένο, αλλά το απροσδιόριστο της μουσικής, των συνομιλιών και των σκέψεών μου. Κοίταξα την σκυλίτσα. Την είχα δει πρώτη φορά στον βράχο της Πνύκας τον Μάρτη του 2015. Θυμάμαι πότε, 13 Μαρτίου. Εκείνο το απόγευμα, όλη η προσοχή μας είχε επικεντρωθεί σ’ αυτόν το μικρό τετράποδο σύντροφό μας, αυτό το καλοκάγαθο ανοιχτόχρωμο σκυλάκι που στο άκουσμα του ονόματός του δεν έδινε και πολύ μεγάλη σημασία λες και δεν άκουγε ή λες και το είχε ακούσει τόσες πολλές φορές που το είχε κι όλας βαρεθεί. Θυμάμαι πως τινάζοντας με δύναμη τους αγκώνες μας, αφήναμε από τις παλάμες μας να γλιστρήσει στον αέρα το χιλιοδαγκωμένο κίτρινο τόπι της, μπας και αυτο της φανεί της σκυλίτσας πιο ενδιαφέρον από τις προσταγές «έλα εδώ» «κάτσε» ή «μείνε». Πόσο παράξενο μου είχε φανεί, το τόπι είχε κάποια μυστική συμφωνία με το σκυλί. Σίγουρα. Από την στιγμή που έφευγε ελεύθερο στον αέρα λες και όλη του η ύπαρξη, όλο του το είναι εκείνη την ύστατη στιγμή δινόταν σε ένα μόνο σκοπό, να ακολουθηθεί από τον σκύλο. Λες και με κάποιο αόρατο σχοινί πετούσε την σκιά του στο έδαφος και έγδερνε μ’αυτήν το χώμα, αφήνοντας σημάδια που κανείς δεν τα έβλεπε, παρά μόνο το εκπαιδευμένο μάτι του τετράποδου κυνηγού που απευθυνόταν, κι έτσι αυτή κατάφερνε πάντα να ακολουθεί την πορεία της μπάλας χωρίς ποτέ να σηκώσει το κεφάλι να την ψάξει στον αέρα. Η Λίδα έβρισκε το τόπι, το μύριζε και αδιάφορα λες και άκουγε το όνομά της, το άφηνε στην ησυχία του για να τρέξει στην άλλη άκρη του οικοπέδου, στο σημείο που είχε βρει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον : απομεινάρια φαγητού. Ο Άλκης ξοπίσω της έτρεχε να την μαζέψει για να μην προλάβει να τα φάει δίνοντας στην σχέση του με την σκυλίτσα το αποτύπωμα της τυπικής σχέσης του ανθρώπου με τον αρχαίο του σύντροφο, τυπική σχέση, τυπικός δεσμός, τυπική αγάπη με εκείνη την τυπικότητα που έχει περάσει στα κύτταρα και των δύο σαν στάμπα, σαν σφραγίδα και όχι με την επιφανειακή μορφή της. Δοσμένη στο αφεντικό της κι αυτός σε εκείνη , ειδικά από την ημέρα που έμαθε πως ο χρόνος του μαζί της είναι περιορισμένος, δεν την άφησε ούτε στιγμή, κι αυτή λες και ζούσε για εκείνον, κάθε φορά που έκανε μια κίνηση να σηκωθεί ή να αλλάξει θέση από δίπλα της, τον κοίταζε με το βλέμμα της κατ’επειγούσης παρακλήσεως να μην απομακρυνθεί ή κι αν αυτό συμβεί, να μην αργήσει.
Ανάμεσα στις σκέψεις μου και στις συζητήσεις. ο Μάρκος είχε πάλι την τιμητική του
«..νόστιμο μικρό τρελό μου,
μάγκικο μελαχρινό μου.
Γιατί δε βγαίνεις να σε δω
που ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ» «Αφιερωμένο στις όμορφες σοκολατίνες του Παύλιδη από απέναντι» ψέλισε ο Γιάγκος με πονεμένη φωνή, γνέφοντας προς το εργοστάσιο σοκολάτας του Παυλίδη που μας κοίταζε όλη αυτή την ώρα από διαγώνια απέναντι και γελάσαμε όλοι δυνατά. Το βλέμμα μου χάθηκε κάπου στο βάθος και ασυναίσθητα το ψιλοτραγούδησα. Η Μαίρη με κοίταξε και μου έκλεισε το μάτι και ο Άλκης ξαναέβαλε την βελόνα στην πλάτη της Λίδα. Ήταν η τελευταία φορά που είδα την σκυλίτσα.
Αυτό ήταν το σκηνικό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s